Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογιστικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογιστικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2009

Κατάργηση πληρωμής με δίγραμμη για κρέατα

ΝΟΜΟΣ 3784/2009 - ΦΕΚ 137/Α'/7.8.2009

Αναθεώρηση Διατάξεων του ν. 703/1977 περί Ανταγωνισμού και άλλες διατάξεις.


Η υποχρέωση εξόφλησης φορολογικών στοιχείων άνω των 1.000 ευρώ, αφορά τις αγορές μόνο νωπών οπωρολαχανικών. Από την διάταξη εξαιρέθηκαν οι αγορές κρεάτων .


3. Το προτελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 18 του Κ.Β.Σ. (π.δ. 186/1992 ΦΕΚ 84 Α) αντικαθίσταται ως εξής:

«Με δίγραμμη επιταγή ή με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό αποκλειστικά και μόνο εξοφλούνται επίσης μερικά ή ολικά και τα φορολογικά στοιχεία αξίας 1.000 ευρώ και άνω, που αφορούν αγορές νωπών οπωρολα-χανικών από πρόσωπο που παράγει τα αγροτικά αυτά προϊόντα, καθώς επίσης και το ποσό που αποδίδεται από τον αντιπρόσωπο στον εντολέα, επίσης πρόσωπο που παράγει τα ως άνω αγροτικά προϊόντα, για τις διενεργηθείσες πωλήσεις των προϊόντων αυτών για λογαριασμό του, με βάση την εκκαθάριση της παρ. 7 του άρθρου 12 του Κώδικα αυτού μετά την αφαίρεση της δικαιούμενης προμήθειας.»


Ο νέος νόμος ισχύει έπειτα από 30 ημέρες από την δημοσίευση στο ΦΕΚ(7/8/2009), άρα από 7/9/2009. Φορολογικά στοιχεία πριν από αυτήν την ημερομηνία πρέπει να εξοφληθούν με τις προηγούμενες διατάξεις.


Η ΠΟΛ1104/16-7-2008 με ισχύ από 20/6/2008 ανέφερε:

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής προστίθεται στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 18 του Κ.Β.Σ. νέο εδάφιο σύμφωνα με το οποίο για την απόδειξη των συναλλαγών που αφορούν αγορές οπωρολαχανικών και κρεάτων καθώς επίσης και την λαμβανόμενη προμήθεια που εμφανίζεται στην εκκαθάριση της παρ. 7 του άρθρου 12 του Κ.Β.Σ. σε περίπτωση πώλησης των ως άνω αγαθών για λογαριασμό τρίτου, αξίας 1.000 ευρώ και άνω ανά στοιχείο, απαιτείται η τμηματική ή ολική εξόφληση να γίνεται από το λήπτη του φορολογικού στοιχείου, μέσω τραπεζικού λογαριασμού ή με δίγραμμη επιταγή και ανεξάρτητα από την ιδιότητα του πωλητή των αγαθών αυτών [ επιτηδευματίας (φυσικό ή νομικό πρόσωπο, αγρότης ή αγροτική εκμετάλλευση του κανονικού καθεστώτος Φ.Π.Α., συνεταιρισμοί, κ.λπ.), αγρότης του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α., κ.λπ.].

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2009

Τιμοκατάλογος Λογιστικών εργασιών 2009

ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ 12/1/2009
ΕΝΩΣΗ ΦΟΡΟΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ
ΝΟΜΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (Ε.Φ.Ε.Ε.Θ.)
ΤΙΜΟΚΑΤΑΛΟΓΟΣ 2009

Ελαχίστων αμοιβών στις οποίες προστίθεται Φ.Π.Α. 19%

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΜΙΣΘΩΤΟΥ ή ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΥ απλή Ε1 50,00 €
ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΜΙΣΘΩΤΟΥ ή ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΥ με μισθώματα Ε1, Ε2 70,00 €
ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΜΙΣΘΩΤΟΥ ή ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΥμε μισθώματα,
αγορά ακινήτων και τεκμηρίων Ε1, Ε2, Ε9 100,00 €
ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΑΓΡΟΤΗ Ε1, Ε3 200,00 €
ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΕΠΙΤΗΔΕΥΜΑΤΙΑ Ε1, Ε2, Ε3 300,00 €
ΕΚΔΟΣΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΙΚΩΝ-ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΝΗΜΕΡΟΤΗΤΑΣ μέσω taxisnet 30,00 €
ΔΗΛΩΣΗ ΕΤΑΚ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ (ανά 2 ακίνητα) 50,00 €
ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΜΕ ΒΙΒΛΙΑ Β' κατ. Ε3, Ε5 400,00 €
ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΙΚΗ Φ.Π.Α. Β' ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ 150,00 €
ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΤΙΚΗ ΤΙΜΟΛΟΓΙΩΝ ΠΕΛΑΤΩΝ-ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΩΝ για κάθε 100άδα τιμολογίων 100,00
€ΣΥΝΤΑΞΗ ΔΗΛΩΣΗΣ Ε9 (ανά ακίνητο) 20,00 €
ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΦΟΡΟΥ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ 50,00 €
ΟΡΙΣΤΙΚΗ Φ.Μ.Υ. Ε7 έως 15 άτομα 150,00 €
ΒΙΒΛΙΟ ΑΠΟΓΡΑΦΩΝ έως 100 είδη 100,00 €
ΒΙΒΛΙΟ ΑΠΟΓΡΑΦΩΝ ανά 100άδα ειδών πλέον 50,00 €
ΥΠΟΒΟΛΗ ΔΗΛΩΣΕΩΝ ΜΕΣΩ TAXISNET (INTERNET) 50,00 €
ΥΠΟΒΟΛΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΠΩΛΗΣΕΩΝ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΥ ΘΕΡΜΑΝΣΗΣ μέσω taxisnet 100,00 €
ΕΝΑΡΞΗ ΕΠΙΤΗΔΕΥΜΑΤΟΣ ΑΤΟΜΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ 200,00 €
ΕΝΑΡΞΗ ΕΠΙΤΗΔΕΥΜΑΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΙΩΝ 300,00 €
ΕΝΑΡΞΗ ΕΠΙΤΗΔΕΥΜΑΤΟΣ Ε.Π.Ε. ΚΑΙ Α.Ε. 400,00 €
ΤΗΡΗΣΗ ΒΙΒΛΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ-ΕΞΟΔΩΝ ΑΠΟ 150,00 €
ΤΗΡΗΣΗ ΒΙΒΛΙΩΝ Γ κατ. ΑΠΟ 300,00 €
ΤΗΡΗΣΗ ΒΙΒΛΙΩΝ Ε.Π.Ε. ΚΑΙ Α.Ε. ΑΠΟ 500,00 €

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2009

Προθεσμίες υποβολής Δηλώσεων Φορολογίας εισοδήματος 2009

1. 3 έως 17 Μαρτίου (αναλόγως τελ.ψηφίου ΑΦΜ)
Α) Φορολογούμενοι με εισοδήματα από εκμίσθωση ακινήτων, από κινητές αξίες, από συμμετοχή σε ΕΠΕ.
Β) Επαγγελματίες με ατομική εμπορική επιχείρηση ή ελευθέριο επάγγελμα, με βιβλία Α’ ή Β’ κατηγορίας, ή χωρίς βιβλία, κύριοι ή κάτοχοι ΕΙΧ ή ημιφορτηγού ΙΧ, εφόσον δεν απαλάσσονται για την τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης ή τους βαρύνει τεκμήριο αγοράς.
Γ) Όσοι δεν έχουν εισοδήματα.

2. Μέχρι 10 Μαρτίου (ανεξαρτήτως τελευταίου ψηφίου ΑΦΜ)
Τα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα ημεδαπά ή αλλοδαπά νομικά πρόσωπα δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου και τα κάθε είδους ιδρύματα που δεν τηρούν βιβλία ή τηρούν βιβλία Β’ κατηγορίας του Κ.Β.Σ., ανεξάρτητα αν τα εισοδήματά τους υπόκεινται ή όχι σε φορολογία.

3. 1 έως 15 Απριλίου (αναλόγως τελ.ψηφίου ΑΦΜ)
Όταν τηρούνται βιβλία Α’ ή Β’ κατηγορίας ή δεν τηρούνται βιβλία.

4. Μέχρι 15 Απριλίου (ανεξαρτήτως τελευταίου ψηφίου ΑΦΜ)
Α) Όταν τηρούνται βιβλία Γ’ κατηγορίας και η διαχειριστική περίοδος έληξε τους μήνες 11ο και 12ο του έτους 2008.
Β) Αν η εταιρεία έχει αντικείμενο την αντιπροσώπευση ή πρακτόρευση ασφαλιστικών εταιριών ή τη μεσιτεία ασφαλειών ή αν συμμετέχει σε εταιρία ή κοινοπραξία με Γ’ κατηγορίας βιβλία και η διαχειριστική περίοδος έληξε τους μήνες 11ο και 12ο του έτους 2008.
Γ) Τα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα νομικά πρόσωπα που τηρούν βιβλία Γ’ κατηγορίας του Κ.Β.Σ. ή δηλώνουν εισόδημα από την εκμίσθωση ή δωρεάν παραχώρηση γεωργικής γης, υποκείμενο σε φορολογία.

5. Μέχρι 11 Μαΐου 2009 (Ανεξάρτητα από το τελευταίο ψηφίο του Α.Φ.Μ.)
Ημεδαπές Ε.Π.Ε., δημόσιες, δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις, συνεταιρισμοί και ενώσεις αυτών, αλλοδαπές επιχειρήσεις που λειτουργούν με οποιονδήποτε τύπο εταιρίας και αλλοδαποί οργανισμοί που αποβλέπουν στην απόκτηση οικονομικών ωφελημάτων, καθώς και τα αλλοδαπά νομικά πρόσωπα που έχουν στην κυριότητά τους ακίνητο στην Ελλάδα, ανεξάρτητα αν προκύπτει ή όχι εισόδημα από αυτό.

6. 11 έως 25 Μαίου (αναλόγως τελ.ψηφίου ΑΦΜ)
Όλες οι ημεδαπές Α.Ε. που κλείνουν ισολογισμό στις31.12.2008 και τα εγκατεστημένα στη χώρα μας υποκαταστήματα αλλοδαπών Α.Ε. εφόσον υφίσταται διμερής σύμβαση για την αποφυγή της διπλής φορολογίας μεταξύ Ελλάδος και της χώρας στην οποία βρίσκεται η έδρα της αλλοδαπής εταιρίας

7. 1 έως 15 Απριλίου (αναλόγως τελευταίου ψηφίου ΑΦΜ)
Α) Φορολογούμενοι με γεωργικό εισόδημα.
Β) Με εισόδημα από εκμίσθωση ή δωρεάν παραχώρηση γεωργικής γης.

8. 16 έως 5 Μαίου (αναλόγως τελευταίου ψηφίου ΑΦΜ).
Α) Φορολογούμενοι με εισοδήματα από εμπορική επιχείρηση με βιβλία Γ’ κατηγορίας
Β) Ελευθεροι επαγγελματίες με βιβλία Γ’ κατηγορίας

9. 4 έως 18 Μαίου (αναλόγως τελευταίου ψηφίου ΑΦΜ)
Α) Εισοδήματα από συμμετοχή σε εταιρία, κοινοπραξία ή κοινωνία .
Β) Αντιπρόσωποι , πράκτορες ασφαλιστικών εταιρειών, ασφαλειομεσίτες.
Γ) Συγγραφείς για τα συγγραφικά δικαιώματα
Δ) Πράκτορες και αντιπρόσωποι τραπεζών
Ε) εισοδήματα μελών Δ.Σ. Α.Ε.
ΣΤ) Φορολογούμενοι με κατοικία εκτός Ελλάδος με υποχρέωση υποβολής φορολογικής δήλωσης.

10. 5 Μαίου έως 2 Ιουνίου(αναλόγως τελευταίου ψηφίου ΑΦΜ)
Α) Μισθωτοί
Β) Συνταξιούχοι
Γ) Αξιωματικοί ή κατώτερο πλήρωμα εμπορικών πλοίων
Δ) Φορολογούμενοι με εισοδήματα της αλλοδαπής
Ε) Κάτοικοι εξωτερικού με εισοδήματα στην Ελλάδα

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2009

ΠΟΛ1044 - Αναπροσαρμογή αξίας ακινήτων


ΠΟΛ.: 1004

ΘΕΜΑ: Παροχή διευκρινίσεων σχετικά με την αναπροσαρμογή της αξίας των ακινήτων των επιχειρήσεων με βάση τις διατάξεις των άρθρων 20 έως και 27 του ν.
2065/1992.


Σε συνέχεια της αριθ. 1127942/11772/Β0012/ΠΟΛ.1173/29.12.2008 εγκυκλίου μας, με την οποία δόθηκαν οδηγίες για την αναπροσαρμογή της αξίας των ακινήτων των επιχειρήσεων και μετά από προφορικά ερωτήματα που τέθηκαν στην υπηρεσία μας, σας παρέχουμε συμπληρωματικά τις ακόλουθες διευκρινίσεις:

1. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 5 της 1114301/11543/Β0012/ΠΟΛ.1152/14.11.20082065/1992, ως ακίνητα τα οποία βρίσκονται σε περιοχή στην οποία ισχύει το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων, λαμβάνονται μόνο αυτά που βρίσκονται εντόςεκτός σχεδίου πόλεως (ή εντός οικισμού), η αναπροσαρμοσμένη αξία τους, η οποία προκύπτει με βάση τους συντελεστές της προηγούμενης παραγράφου, δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη εκείνης που προσδιορίζεται με βάση τις διατάξεις του ν. 1249/1982.

2. Όπως έχει διευκρινισθεί με την 1127942/11772/Β0012/ΠΟΛ.1173/29.12.2008 εγκύκλιό μας, με την οποία δόθηκαν οδηγίες για την αναπροσαρμογή της αξίας των ακινήτων των επιχειρήσεων με βάση τις διατάξεις του ν. 2065/1992 για το έτος 2008, προκειμένου για ακίνητα, τα οποία βρίσκονται εκτός σχεδίου πόλεως (ή εντός οικισμού) και από την αναπροσαρμογή αυτών με βάση τους συντελεστές, για διάφορους λόγους, προκύπτει αξία μεγαλύτερη εκείνης που προσδιορίζεται με βάση τις διατάξεις του ν. 1249/1982 (ΑΑ ΓΗΣ, Έντυπα Κ1, κλπ.), ως αναπροσαρμοσμένη αξία των ακινήτων λαμβάνεται αυτή που προκύπτει με βάση το νόμο αυτό, με τον περιορισμό ότι, σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερη εκείνης που εμφανίζεται στα βιβλία της επιχείρησης.

3. Περαιτέρω, με την 1097930/11407/Β0012/ΠΟΛ.1127/6.12.2004 εγκύκλιό μας, η οποία εξακολουθεί να ισχύει, σύμφωνα με την ως άνω εγκύκλιό μας, και για την αναπροσαρμογή του έτους 2008, έχει διευκρινισθεί ότι προκειμένου για ακίνητα που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλεως και η αξία τους με βάση το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού είναι μικρότερη εκείνης που προσδιορίζεται με βάση τους συντελεστές αναπροσαρμογής, η αναπροσαρμοσμένη αξία του ακινήτου περιορίζεται υποχρεωτικά στην αξία που προκύπτει με βάση το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού.

4. Επειδή υπάρχουν περιπτώσεις ακινήτων που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλεως ή οικισμού, για τα οποία όμως δεν ισχύει πλήρης αντικειμενικός προσδιορισμός (δεν υφίστανται τιμές ζώνης), ο υπολογισμός της αξίας τους για τις ανάγκες της φορολογίας κεφαλαίου γίνεται για τα μεν κτίρια με αντικειμενικά κριτήρια (έντυπα Κ1-Κ9), για τα δε οικόπεδα με βάση συγκριτικά στοιχεία που υπάρχουν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Στην περίπτωση αυτή, η αξία του κτιρίου που προκύπτει με την εφαρμογή των συντελεστών αναπροσαρμογής θα συγκρίνεται με την αντικειμενική αξία του και θα περιορίζεται σε αυτή, εφόσον είναι μικρότερη. Σε ό,τι αφορά στο οικόπεδο, δεν θα γίνεται καμία σύγκριση και ως αναπροσαρμοσμένη αξία θα λαμβάνεται αυτή που προκύπτει από την εφαρμογή των συντελεστών.
Για ακίνητα που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλεως ή οικισμού και στα οποία υπάρχουν ειδικά κτίρια (π.χ. ξενοδοχεία, βιομηχανίες, εκπαιδευτήρια, νοσηλευτήρια, αθλητικές εγκαταστάσεις, κλπ.), η αξία των κτισμάτων προσδιορίζεται με αντικειμενικά κριτήρια (έντυπα Κ4-Κ9) και η αξία των οικοπέδων είτε με αντικειμενικό προσδιορισμό είτε με συγκριτικά στοιχεία, κατά περίπτωση. Είναι αυτονόητο, ότι στην περίπτωση που δεν ισχύει αντικειμενικός προσδιορισμός για τα οικόπεδα, θα ισχύουν όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, δηλαδή ως αναπροσαρμοσμένη αξία θα λαμβάνεται αυτή που προκύπτει από την εφαρμογή των συντελεστών αναπροσαρμογής και δεν θα γίνεται καμία σύγκριση με την αξία που προσδιορίζεται για τις ανάγκες του κεφαλαίου.
Τέλος, διευκρινίζεται ότι όπου για τις ανάγκες αναπροσαρμογής γίνεται αναφορά σε ακίνητα εκτός σχεδίου πόλεως, νοούνται αυτά που βρίσκονται και εκτός οικισμού.

5. Επίσης, με την 1127942/11772/Β0012/ΠΟΛ.1173/29.12.2008 εγκύκλιό μας διευκρινίσθηκε, ότι σε αναπροσαρμογή της αξίας των ακινήτων τους θα προβούν και οι επιχειρήσεις που εφαρμόζουν τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, ανεξάρτητα από τον τρόπο τήρησης των βιβλίων τους, χωρίς όμως να προβούν σε κεφαλαιοποίηση της υπεραξίας που θα προκύψει.
Οι επιχειρήσεις αυτές, ως αξία κτήσης επί της οποίας εφαρμόζονται οι συντελεστές, λαμβάνουν την εύλογη αξία που εμφανίζεται στα βιβλία τους στις 31.12.2004, ανεξάρτητα αν τα βιβλία αυτά τηρούνται με βάση τα Δ.Λ.Π. ή με βάση τις αρχές και τους κανόνες της φορολογικής νομοθεσίας (Κ.Β.Σ.). Στο σημείο αυτό επισημαίνεται, ότι με την πιο πάνω εγκύκλιό μας είχε γίνει δεκτό, ότι η αναπροσαρμοσμένη αξία που θα προκύψει από την εφαρμογή των συντελεστών επί της ως άνω αξίας δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από την τρέχουσα εύλογη αξία κατά το χρόνο της αναπροσαρμογής (31.12.2008). Όμως, επειδή η εύλογη αξία ταυτίζεται με την αναπόσβεστη αξία η οποία και αναπροσαρμόσθηκε με το ν. 3229/2004, είναι αυτονόητο ότι η σύγκριση θα γίνεται μεταξύ της αναπροσαρμοσμένης αναπόσβεστης αξίας του ακινήτου και της εύλογης αξίας αυτού.
Για όσες επιχειρήσεις δεν αναπροσάρμοσαν την (αναπόσβεστη) αξία των ακινήτων τους στην εύλογη αξία βάσει του ν. 3229/2004, ως αξία κτήσης λαμβάνεται αυτή που είχε προκύψει από την αναπροσαρμογή του έτους 2004.

6. Διευκρινίζεται, ότι προκειμένου για τις επιχειρήσεις που εφαρμόζουν τα Δ.Λ.Π., ως εύλογη αξία εμφανιζόμενη στα βιβλία τους κατά τις 31.12.2004 λαμβάνεται αυτή που είχε προκύψει από την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 15 του ν. 3229/2004. Σε περίπτωση που οι επιχειρήσεις αυτές είχαν αναπροσαρμόσει την αναπόσβεστη αξία των ακινήτων τους στην εύλογη αξία, κάνοντας χρήση των ίδιων ως άνω διατάξεων, και την επόμενη χρήση (31.12.2005), ως αξία κτήσης για τις ανάγκες της αναπροσαρμογής λαμβάνεται αυτή του έτους 2004.
Σε κάθε περίπτωση όμως, η αναπροσαρμοσμένη αξία που προκύπτει από την εφαρμογή των συντελεστών επί της πιο πάνω αξίας θα συγκρίνεται καταρχήν, με την αντικειμενική ή την αξία βάσει του ν. 1249/1982, ανάλογα αν πρόκειται για ακίνητα εντός ή εκτός σχεδίου πόλεως, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, και θα λαμβάνεται υπόψη η τελευταία, εφόσον αυτή είναι μικρότερη της πρώτης (1127942/11772/Β0012/ ΠΟΛ.1173/29.12.2008γκύκλιός μας).

εγκύκλιός μας).
Στη συνέχεια, η αναπόσβεστη αξία που προέκυψε σύμφωνα με τα πιο πάνω θα περιορίζεται ακόμη περαιτέρω στην τρέχουσα εύλογη αξία (αναπόσβεστη αξία) της 31.12.2008, εφόσον η τελευταία είναι μικρότερη, με τον περιορισμό όμως ότι σε καμία περίπτωση η αναπροσαρμοσμένη (αναπόσβεστη) αξία των ακινήτων δεν μπορεί να είναι μικρότερη εκείνης που εμφανίζεται στα βιβλία της επιχείρησης (σχετ. το 1000240/10000/Β0012/12.1.2009 έγγραφό μας).

Ακριβές Αντίγραφο

Η Προϊσταμένη της Γραμματείας
Ο ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ
ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2008

Κοστολόγηση - Κέντρα κόστους

Λογαριασμός 92 «Κέντρα (Θέσεις) κόστους»(Γνωμ. 270/2273/1996)

Α. Περιεχόμενο και ορολογία
1. Στους υπολογαριασμούς του 92 προσδιορίζεται και παρακολουθείται το λειτουργικό κόστος της οικονομικής μονάδας. Στους λογαριασμούς αυτούς καταχωρούνται τα κάθε κατηγορίας και είδους έξοδα κατά προορισμό και για το λόγο αυτό λέγονται και «λογαριασμοί εξόδων κατά προορισμό».

2. Ο λογαριασμός 92 υποδιαιρείται σε πέντε υποχρεωτικούς δευτεροβάθμιους λογαριασμούς (92.00, 92.01, 92.02, 92.03 και 92.04), στους οποίους συγκεντρώνεται και παρακολουθείται το λειτουργικό κόστος των βασικών λειτουργιών της οικονομικής μονάδας, δηλαδή της λειτουργίας παραγωγής, της διοικητικής λειτουργίας, της λειτουργίας ερευνών και αναπτύξεως, της λειτουργίας διαθέσεως και της χρηματοοικονομικής λειτουργίας.

3. Στο λογαριασμό 92.00 «έξοδα λειτουργίας παραγωγής» συγκεντρώνεται το κόστος παραγωγής, εκτός από τα άμεσα υλικά, τα οποία είναι δυνατό να μεταφέρονται απευθείας στους οικείους υπολογαριασμούς κόστους παραγωγής του 93. Σε περίπτωση που η οικονομική μονάδα επιθυμεί τη συγκέντρωση στο λογαριασμό 92.00 και του κόστους των άμεσων υλικών, οι λογαριασμοί συγκεντρώσεως του κόστους κατά τμήματα περιλαμβάνουν και υπολογαριασμούς για τα άμεσα υλικά.Το κόστος της λειτουργίας παραγωγής περιλαμβάνει όλα τα έξοδα των λογαριασμών της ομάδας 6 της γενικής λογιστικής που αφορούν τη λειτουργία αυτή, εκτός από τους τόκους και τα συναφή έξοδα που δεν κοστολογούνται και συνεπώς δε βαρύνουν το κόστος αποθεμάτων. Τα αποθέματα είναι απαλλαγμένα από τόκους και συναφή έξοδα. Το κόστος της λειτουργίας παραγωγής περιλαμβάνει και τα τυχόν υπολογιστικά έξοδα που αφορούν τη λειτουργία αυτή, τα οποία όμως δε βαρύνουν το κόστος παραγωγής των υπολογαριασμών του 93 για να αποφεύγεται η νόθευση του κόστους των αποθεμάτων με υπολογιστικά έξοδα.
Σύμφωνα με τα παραπάνω διαμορφώνονται οι ακόλουθες δύο μορφές συνθέσεως του κόστους της λειτουργίας παραγωγής:
α. Το συνολικό κόστος παραγωγής περιλαμβάνει τα εξής στοιχεία:
αα. Τα άμεσα και έμμεσα υλικά
αβ. Την άμεση εργασία
αγ. Τα άμεσα και έμμεσα γενικά βιομηχανικά έξοδα.
Η μορφή αυτή εξυπηρετεί τα τμήματα παραγωγής στα οποία βιομηχανοποιούνται πρώτες ύλες από τις οποίες συμπαράγονται περισσότερα από ένα προϊόντα, όπως π.χ. στο βαμβακελαιουργείο βιομηχανοποιείται ο βαμβακόσπορος και παράγονται το βαμβακέλαιο, η βαμβακόπιτα και το βαμβάκι.
β. Το συνολικό κόστος παραγωγής (όπως εμφανίζεται στους λογαριασμούς των κέντρων κόστους) περιλαμβάνει τα εξής στοιχεία:
βα. Τα έμμεσα υλικά
ββ. Την άμεση και έμμεση εργασία
βγ. Τα άμεσα και έμμεσα γενικά βιομηχανικά έξοδα.
Η μορφή αυτή εξυπηρετεί τα τμήματα παραγωγής στα οποία παράγονται προϊόντα για τα οποία τα άμεσα υλικά προσδιορίζονται επακριβώς και καταλογίζονται απευθείας στους λογαριασμούς παραγωγής (93).
Το κόστος της λειτουργίας παραγωγής, εκτός από τα υπολογιστικά έξοδα, καταλογίζεται στους ενδιάμεσους και τελικούς φορείς κόστους των υπολογαριασμών κόστους παραγωγής του 93. Τα υπολογιστικά έξοδα της λειτουργίας παραγωγής μεταφέρονται απευθείας στον οικείο υπολογαριασμό του 98.99 «αποτελέσματα χρήσεως».

4. Το γενικό κόστος αγορών ή κόστος προμηθειών ή κόστος εφοδιασμού αντιμετωπίζεται ως εξής:
-Στις βιομηχανικές, βιοτεχνικές και λοιπές οικονομικές μονάδες, στις οποίες λειτουργεί παραγωγή, βαρύνει το κόστος της λειτουργίας παραγωγής και τελικά το κόστος αποθεμάτων απογραφής και το κόστος πωλημένων.
- Στις εμπορικές και λοιπές οικονομικές μονάδες, στις οποίες δε λειτουργεί παραγωγή, βαρύνει τα μικτά αποτελέσματα.

5. Στο λογαριασμό 92.01 «έξοδα διοικητικής λειτουργίας» συγκεντρώνεται ολόκληρο το κόστος της διοικητικής λειτουργίας της οικονομικής μονάδας, το οποίο περιλαμβάνει όλα τα έξοδα των λογαριασμών της ομάδας 6 της γενικής λογιστικής που αφορούν τη λειτουργία αυτή, πλην των τόκων και συναφών εξόδων, καθώς και τα τυχόν υπολογιστικά έξοδα που επίσης αφορούν τη λειτουργία αυτή.Ολόκληρο το κόστος της διοικητικής λειτουργίας βαρύνει τα μικτά αποτελέσματα και για το χρόνο αυτό μεταφέρεται στους οικείους υπολογαριασμούς του 98.99 «αποτελέσματα χρήσεως».

6. Στο λογαριασμό 92.02 «έξοδα λειτουργίας ερευνών και αναπτύξεως» συγκεντρώνεται το κόστος της λειτουργίας ερευνών και αναπτύξεως που αποδίδει έργο μακροχρόνιας αξιοποιήσεως, όπως π.χ. νέες μεθόδους παραγωγικής διαδικασίας, νέες ιδιοσυσκευές ή ευρεσιτεχνίες που θα αξιοποιηθούν.
Το κόστος της λειτουργίας ερευνών και αναπτύξεως, κατά το μέρος που αποδεικνύεται ότι αφορά πραγματική παραγωγή έργου μακροχρόνιας αξιοποιήσεως, μεταφέρεται στους οικείους υπολογαριασμούς κόστους ιδιοπαραγωγής παγίων του 93 και κατά το υπόλοιπο στους οικείους υπολογαριασμούς του 98.99 «αποτελέσματα χρήσεως».Το κόστος της λειτουργίας ερευνών και αναπτύξεως περιλαμβάνει όλα τα έξοδα των λογαριασμών της ομάδας 6 της γενικής λογιστικής που αφορούν τη λειτουργία αυτή, εκτός από τους τόκους και τα συναφή έξοδα. Περιλαμβάνει επίσης τα υπολογιστικά έξοδα που αφορούν τη λειτουργία αυτή. Σχετικά με τα άμεσα υλικά ισχύουν και στην περίπτωση αυτή όσα καθορίζονται στην πιο πάνω περίπτ. 3 για το λογαριασμό 92.00.

7. Στο λογαριασμό 92.03 «έξοδα λειτουργίας διαθέσεως» συγκεντρώνεται ολόκληρο το κόστος της λειτουργίας διαθέσεως της οικονομικής μονάδας, στο οποίο περιλαμβάνονται όλα τα έξοδα των λογαριασμών της ομάδας 6 της γενικής λογιστικής που αφορούν τη λειτουργία αυτή, εκτός από τους τόκους και τα συναφή έξοδα. Περιλαμβάνει επίσης και τα υπολογιστικά έξοδα που αφορούν τη λειτουργία αυτή.Από το κόστος της λειτουργίας διαθέσεως, τα άμεσα έξοδα πωλήσεων είναι στοιχεία διαμορφωτικά των μικτών αποτελεσμάτων και μεταφέρονται στον οικείο υπολογαριασμό (96.21) του 96. Το υπόλοιπο κόστος της λειτουργίας διαθέσεως βαρύνει τα μικτά αποτελέσματα και μεταφέρεται στους οικείους υπολογαριασμούς (98.99.01.02 και 98.99.01.04) του 98.99 «αποτελέσματα χρήσεως».

8. Στο λογαριασμό 92.04 «έξοδα χρηματοοικονομικής λειτουργίας» συγκεντρώνονται οι τόκοι και τα συναφή έξοδα των λειτουργιών παραγωγής, διοικητικής, ερευνών - αναπτύξεως και διαθέσεως. Το λοιπό κόστος της χρηματοοικονομικής λειτουργίας (κόστος λειτουργίας οικονομικής διευθύνσεως, λογιστηρίων, μηχανογραφήσεως και υπηρεσιών χρηματοδοτήσεων - ρευστοποιήσεως απαιτήσεων, κατά το μέρος που αφορά τη χρηματοοικονομική λειτουργία) συγκεντρώνεται και παρακολουθείται στο λογαριασμό 92.01 «έξοδα διοικητικής λειτουργίας» λόγω των δυσκολιών και πολλές φορές της αδυναμίας να διαχωριστεί το κόστος αυτό από το κόστος της διοικητικής λειτουργίας.
Οι οικονομικές μονάδες έχουν τη δυνατότητα να παρακολουθούν στο λογαριασμό 92.04 ολόκληρο το κόστος της χρηματοοικονομικής λειτουργίας, στην περίπτωση όμως αυτή οι τόκοι και τα συναφή έξοδα δανειακών κεφαλαίων, καθώς και τα τυχόν υπολογιστικά έξοδα (τόκοι ιδίων κεφαλαίων), πρέπει να συγκεντρώνονται και να παρακολουθούνται σε ιδιαίτερους υπολογαριασμούς του 92.04.
Το κόστος της χρηματοοικονομικής λειτουργίας, κατά το μέρος που δε βαρύνει τη λειτουργία διαθέσεως και τα χρηματοοικονομικά έσοδα, βαρύνει τα μικτά αποτελέσματα και μεταφέρεται στους οικείους υπολογαριασμούς του 98.99 «αποτελέσματα χρήσεως».

9. Κάτω από κάθε δευτεροβάθμιο λογαριασμό του 92, στον οποίο συγκεντρώνεται και παρακολουθείται το κόστος μιας από τις πέντε λειτουργίες της οικονομικής μονάδας, αναπτύσσονται οι λογαριασμοί των κέντρων ή θέσεων κόστους.
Τα κέντρα κόστους διαρθρώνονται, κατά κανόνα, με βάση τη διοικητική και οργανωτική ή τεχνολογική διάρθρωση της οικονομικής μονάδας. Σε πολλές περιπτώσεις δημιουργούνται λογαριασμοί κέντρων κόστους, οι οποίοι είναι ανεξάρτητοι από τη λειτουργική υποδιαίρεση της μονάδας, για να εξυπηρετούν ανάγκες της κοστολογήσεως, όπως π.χ. «έξοδα ταξιδευόντων υπαλλήλων» ή «έξοδα διευθυντικών στελεχών».
Τα κέντρα κόστους διακρίνονται σε κύρια και βοηθητικά. Σύμφωνα και με όσα καθορίζονται στην παρ. 5.1.403, κύρια κέντρα είναι εκείνα που το κόστος τους επιβαρύνει τους ενδιάμεσους ή τελικούς φορείς (προϊόντα ή υπηρεσίες), ενώ βοηθητικά κέντρα είναι εκείνα που το κόστος τους κατανέμεται σε κύρια ή σε άλλα βοηθητικά κέντρα.
Για κάθε κέντρο κόστους ανοίγεται αντίστοιχος λογαριασμός, ο οποίος παίρνει το όνομα του τμήματος που παρακολουθεί. Οι τελευταίες αναλύσεις κάθε λογαριασμού στον οποίο συγκεντρώνεται και παρακολουθείται το κόστος ενός κέντρου (π.χ. τμήματος) ταυτίζονται τουλάχιστο με τους πρωτοβάθμιους λογαριασμούς της ομάδας 6 της γενικής λογιστικής. Στις αναλύσεις αυτές περιλαμβάνονται λογαριασμοί για τη συγκέντρωση του κόστους των βοηθητικών κέντρων, καθώς και για τη συγκέντρωση των τυχόν αναλώσεων υλικών και των υπολογιστικών εξόδων.
Για τη μεταφορά του λειτουργικό κόστους στους λογαριασμούς κόστους παραγωγής (93) ή στους λογαριασμούς μικτών αποτελεσμάτων (96) και αποτελεσμάτων χρήσεως (98.99) χρησιμοποιούνται αντίθετοι υπολογαριασμοί που ανοίγονται και λειτουργούν ως αναλυτικοί των λογαριασμών των κέντρων κόστους.
Με τη χρησιμοποίηση αντίθετων λογαριασμών εξυπηρετούνται ανάγκες της στατιστικής, η οποία, με τον τρόπο αυτό, εξασφαλίζει πληροφορίες απαραίτητες για τη λήψη των επιχειρηματικών αποφάσεων (όπως π.χ. συνολικό ετήσιο λειτουργικό κόστος κατά κέντρο) ή συγκρίσιμα στοιχεία.

Β. Τρόπος λειτουργίας
10. Ο λογαριασμός 92 χρεώνεται στις ακόλουθες περιπτώσεις, με πίστωση των λογαριασμών:
α. 90.06 με τα κονδύλια των κατ είδος οργανικών εξόδων, έπειτα από τη λογιστικοποίησή τους στη γενική λογιστική, ή, σε περίπτωση που ακολουθείται αντίστροφη πορεία ενημερώσεως, με τα εκκαθαρισμένα έξοδα που μεταφέρονται και καταχωρούνται στους οικείους λογαριασμούς της ομάδας 6 της γενικής λογιστικής.
β. 90.09 με τα κονδύλια των υπολογιστικών εξόδων, όταν για την ένταξή τους στην αναλυτική λογιστική δε χρησιμοποιείται ο λογαριασμός 97.00.
γ. 91.00, 91.01 και 91.05 με τα κονδύλια εξόδων που περνούν προηγούμενα από τους λογαριασμούς αυτούς προκειμένου να υποστούν ανακατάταξη ή άλλη επεξεργασία ή μερισμό.
δ. 91.06 με τα κονδύλια των προϋπολογιστικών εξόδων που ενσωματώνονται στο λειτουργικό κόστος υπολογιστικά.
ε. 92 με την αξία των παροχών και αντιπαροχών που γίνονται μεταξύ των τμημάτων, κύριων και βοηθητικών.
στ. 94 με την αξία των πρώτων υλών, βοηθητικών και λοιπών υλικών, καθώς και των ημιτελών προϊόντων, όταν δεν καταλογίζονται απευθείας στους λογαριασμούς φορέων κόστους παραγωγής (93).
ζ. 95 με τις θετικές αποκλίσεις του πρότυπου κόστους που προσδιορίζονται για τα στοιχεία κόστους των λογαριασμών κέντρων κόστους.
η. 97.00 με τα κονδύλια των υπολογιστικών εξόδων, όταν εντάσσονται στην αναλυτική λογιστική εκμεταλλεύσεως χωρίς τη χρησιμοποίηση του λογαριασμού 90.09.
θ. 97.10.01 με τα κονδύλια των πιστωτικών διαφορών των λογαριασμών των τμημάτων και των βοηθητικών υπηρεσιών, οι οποίες διαφορές κρίνεται ότι δεν είναι σκόπιμο ή δεν είναι δυνατό να μειώσουν το κόστος των φορέων, σύμφωνα με όσα καθορίζονται στην περίπτ. 1-ζ της παρ. 5.218.
ι. 97.10.06 με τα κονδύλια που προκύπτουν κατά την εφαρμογή των αρχών της ορθολογικής επιβαρύνσεως, όταν εξαιτίας της διακυμάνσεως του βαθμού απασχολήσεως οι διαφορές είναι θετικές (η απασχόληση υπερβαίνει την προγραμματισμένη).
ια. 99.01 με την αξία των υπηρεσιών που λαμβάνονται από άλλα κέντρα (π.χ. εργοστάσια) τα οποία τηρούν αυτοτελή αναλυτική λογιστική.

11. Ο λογαριασμός 92 πιστώνεται στις ακόλουθες περιπτώσεις, με χρέωση των λογαριασμών:
α. 92 κατά την κατανομή του κόστους των βοηθητικών τμημάτων ή κατά την αποτίμηση των παροχών και αντιπαροχών που γίνονται μεταξύ των τμημάτων.
β. 93 κατά τον καταλογισμό του κόστους των τμημάτων στους λογαριασμούς κόστους παραγωγής.
γ. 95 με τις αρνητικές αποκλίσεις του πρότυπου κόστους που προσδιορίζονται για τα στοιχεία κόστους των λογαριασμών κέντρων κόστους.
δ. 97.10.01 με τα κονδύλια των χρεωστικών διαφορών των λογαριασμών των τμημάτων και των βοηθητικών υπηρεσιών, για τις οποίες διαφορές κρίνεται ότι δεν είναι σκόπιμο ή δεν είναι δυνατό να ενσωματωθούν στο κόστος των φορέων σύμφωνα με όσα καθορίζονται στην περίπτ. 1-ζ της παρ. 5.218.
ε. 97.10.06 με τα κονδύλια που προκύπτουν κατά την εφαρμογή των αρχών της ορθολογικής επιβαρύνσεως, όταν εξαιτίας της διακυμάνσεως του βαθμού απασχολήσεως οι διαφορές είναι αρνητικές (η απασχόληση υπολείπεται από την προγραμματισμένη).
στ. 96 με τα άμεσα έξοδα πωλήσεων, τα οποία θεωρούνται διαμορφωτικά των μικτών αποτελεσμάτων.
ζ. 98.99 με το κόστος των λειτουργιών διοικήσεως, διαθέσεως, ερευνών - αναπτύξεως και χρηματοοικονομικής, το οποίο θεωρείται ότι βαρύνει τα μικτά αποτελέσματα και διαμορφώνει τα καθαρά αποτελέσματα χρήσεως.
η. 99.02 με την αξία των υπηρεσιών που παρέχονται σε άλλα κέντρα (π.χ. εργοστάσια ή υποκαταστήματα) τα οποία τηρούν αυτοτελή αναλυτική λογιστική.

12. Στο τέλος κάθε περιόδου λογισμού, έπειτα από τον προσδιορισμό των βραχύχρονων αποτελεσμάτων, ο λογαριασμός 92 εξισώνεται.

13. Το κόστος παραγωγής που σχηματίζεται στους υπολογαριασμούς του 92 μεταφέρεται πάντα στη χρέωση των υπολογαριασμών κόστους παραγωγής του 93 και όχι απευθείας στους λογαριασμούς αποθεμάτων του 94. Η αρχή αυτή ισχύει και στην περίπτωση κατά την οποία ένα κέντρο κόστους χρεώνεται με το συνολικό κόστος παραγωγής στο οποίο περιλαμβάνεται και το κόστος των άμεσων υλικών. Με την εφαρμογή της παραπάνω αρχής το συνολικό κόστος των υπολογαριασμών του 93 είναι ίσο με το συνολικό κόστος παραγωγής των προϊόντων ή υπηρεσιών της οικονομικής μονάδας, με το οποίο χρεώνονται οι αναλυτικοί λογαριασμοί αποθεμάτων του 94.

Πηγή http://www.gus.gr

Κοστολόγηση τελικών φορέων

Ο λογιστικός προσδιορισμός του κόστους των ενδιάμεσων ή τελικών φορέων (προϊόντων ή υπηρεσιών)
Το λογιστικά διαμορφωμένο λειτουργικό κόστος καταλογίζεται στους τελικούς φορείς, που είναι:
- Τα προϊόντα που παράγονται, ενδιάμεσα ή τελικά. Στην έννοια των προϊόντων περιλαμβάνονται και οι υπηρεσίες.
- Τα προϊόντα ή εμπορεύματα που πωλούνται.
- Τα μικτά αναλυτικά αποτελέσματα πωλήσεων.
1. Στα ενδιάμεσα ή τελικά προϊόντα που παράγονται καταλογίζεται το κόστος της παραγωγικής λειτουργίας. Από το κόστος αυτό, το άμεσο επιβαρύνει ολοκληρωτικά το συγκεκριμένο προϊόν για το οποίο πραγματοποιείται, ενώ το έμμεσο μερίζεται στα επιμέρους προϊόντα με τη χρησιμοποίηση διάφορων κριτηρίων. Για το λόγο αυτό επιβάλλεται η χωριστή λογιστική παρακολούθηση του άμεσου και του έμμεσου κόστους.
Το άμεσο ως προς τους τελικούς φορείς κόστος παραγωγής είναι δυνατό να καταλογίζεται απευθείας, χωρίς δηλαδή να καταχωρείται πρώτα στους λογαριασμούς του λειτουργικού κόστους παραγωγής, οι οποίοι στην περίπτωση αυτή περιλαμβάνουν μόνο το έμμεσο κόστος. Η διαδικασία αυτή έχει ως πλεονέκτημα την αποφυγή ενδιάμεσων εγγραφών μεταφοράς του κατ' είδος άμεσου κόστους παραγωγής στους λογαριασμούς των κέντρων κόστους και ως μειονέκτημα τη διάσπαση της ενότητας του λειτουργικού κόστους. Για την αντιμετώπιση του μειονεκτήματος αυτού, το πλήρες λειτουργικό κόστος παραγωγής σχηματίζεται εξωλογιστικά, με την ενοποίηση των λογαριασμών των κέντρων κόστους και των φορέων κόστους που παράγονται στα συγκεκριμένα αυτά κέντρα, πριν από το μερισμό του έμμεσου κόστους παραγωγής.
2. Στα προϊόντα ή εμπορεύματα που πωλούνται, δηλαδή στα έσοδα από τις πωλήσεις αυτές, καταλογίζεται το άμεσο κόστος της λειτουργίας διαθέσεως. Το κόστος αυτό περιλαμβάνει στοιχεία που συνδέονται άμεσα με τα συγκεκριμένα προϊόντα (ή υπηρεσίες) που πωλούνται, είτε επειδή γίνονται ολοκληρωτικά γιαυτά, όπως π.χ τα έξοδα συσκευασίας και μεταφοράς καθώς και οι προμήθειες μεσολαβητών, είτε επειδή ο υπολογισμός τους είναι δυνατό να γίνεται με ακρίβεια σχετικά με το μέρος που αφορούν κάθε ένα από τα προϊόντα, όπως π.χ. τα φορτωτικά - εκφορτωτικά, τα ασφάλιστρα μεταφοράς και τα εισπρακτικά των Τραπεζών για τις φορτωτικές και τα τιμολόγια.
Το άμεσο κόστος πωλήσεων μεταφέρεται από τους λογαριασμούς του λειτουργικού κόστους (92.03.04 «άμεσα έξοδα πωλήσεων») στους οικείους υπολογαριασμούς του 96.21 και από το λογαριασμό αυτό, μαζί με το κόστος παραγωγής ή αγοράς πωλημένων (λ/96.20), μεταφέρεται στο λογαριασμό 96.22 «μικτά αναλυτικά αποτελέσματα εκμεταλλεύσεως», όπου σχηματίζεται το ολικό άμεσο κόστος πωλήσεων. Το κόστος αυτό, στο λογαριασμό 96.22, συσχετίζεται με τα αντίστοιχα έσοδα και από το συσχετισμό αυτό προκύπτουν τα μικτά αποτελέσματα, τα οποία μεταφέρονται στο λογαριασμό 98.99 «αποτελέσματα χρήσεως».
3. Στα μικτά αναλυτικά αποτελέσματα εκμεταλλεύσεως (λ/98.99.01) καταλογίζεται το κόστος των λειτουργιών:
- Διοικήσεως
- Διαθέσεως (εκτός από τα άμεσα έξοδα πωλήσεων)
- Χρηματοοικονομικής
- Ερευνών - αναπτύξεως.
Το κόστος των παραπάνω λειτουργιών σχηματίζεται λογιστικά στους οικείους υπολογαριασμούς λειτουργικού κόστους του 92 και από τους λογαριασμούς αυτούς μεταφέρεται το άμεσο κόστος πωλήσεων στο λογαριασμό 96.21 και το υπόλοιπο (έμμεσο) στο λογαριασμό 98.99, όπου μαζί με άλλα κονδύλια συμμετέχει στην κατάρτιση του λογαριασμού «Αποτελέσματα χρήσεως».

Πηγή gus.gr

Κοστολόγηση ανά κέντρο κέρδους

Ο λογιστικός προσδιορισμός του κόστους κατά κέντρο κέρδους
1. Ο λογιστικός προσδιορισμός του κόστους κατά κέντρο κέρδους αποβλέπει στον έλεγχο των υπεύθυνων φορέων. Οι υπεύθυνοι φορείς, που είναι οι επικεφαλείς των κέντρων κέρδους, ελέγχονται για το έσοδο και το κόστος του συγκεκριμένου κέντρου.
2. Τα κέντρα κέρδους στα οποία υποδιαιρείται η οικονομική μονάδα είναι, είτε πραγματικά, είτε ιδεατά ή ονομαστικά. Πραγματικά κέντρα κέρδους είναι εκείνα στα οποία το αποτέλεσμα (κέρδος ή ζημία) που προσδιορίζεται προκύπτει από τη σύγκριση πραγματικών εσόδων από πωλήσεις και πραγματικού κόστους αυτών.
Ονομαστικά η ιδεατά κέντρα κέρδους είναι εκείνα στα οποία το αποτέλεσμα που προσδιορίζεται προκύπτει από τη σύγκριση του πραγματικού κόστους με υπολογιστικά έσοδα, όπως π.χ. στο νηματουργείο, το νήμα που παράγεται και στη συνέχεια βιομηχανοποιείται για την παραγωγή υφάσματος αποτιμάται, για τον προσδιορισμό του εσόδου του νηματουργείου, στην τρέχουσα τιμή κατά το χρόνο παραγωγής ή βιομηχανοποιήσεώς του.
3. Τα κέντρα κέρδους, κατά κανόνα, αποτελούν ευρύτερες περιοχές αρμοδιότητας και ευθύνης από τα κέντρα κόστους. Όπως τα κέντρα ευθύνης, έτσι και τα κέντρα κέρδους περιλαμβάνουν περισσότερα κέντρα κόστους, τα οποία κατά κανόνα συγκροτούν ξεχωριστό κλάδο εκμεταλλεύσεως ή χωρικά ξεχωριστή περιοχή δραστηριότητας.
4. Κριτήριο αποτελεσματικής ή μη δραστηριότητας του επικεφαλής ενός κέντρου κέρδους είναι το τελικό αποτέλεσμα (κέρδος ή ζημία) που πραγματοποιείται, σε σύγκριση πάντα με το μέγεθος που προβλέπει το πρόγραμμα δράσεως. Το έσοδο του κέντρου κέρδους και το αντίστοιχο κόστος του αποτελούν στοιχεία διαμορφωτικά του αποτελέσματος, αυτά όμως δεν αντιπροσωπεύουν το τελικό αντικείμενο ελέγχου του υπεύθυνου του κέντρου κέρδους. Ο προσδιορισμός του εσόδου και του κόστους, τόσο στο σύνολο του κέντρου κέρδους, όσο και στις λειτουργικές του υποδιαιρέσεις (κέντρα κόστους κύριας και βοηθητικά), εξυπηρετούν κυρίως τον υπεύθυνο του κέντρου κέρδους, ο οποίος οφείλει να παρακολουθεί βήμα προς βήμα τη διαμόρφωση του κόστους, να συγκρίνει το κόστος με το αντίστοιχο έσοδο, να προσδιορίζει το αποτέλεσμα κατά τη διάρκεια της προϋπολογιστικής περιόδου και να παίρνει τα κατάλληλα μέτρα όταν διαπιστώνει ότι η πορεία διαμορφώσεως του κέρδους αποκλίνει από εκείνη που προβλέπουν το πρόγραμμα δράσεως και οι σχετικοί προϋπολογισμοί.
5. Για το λογιστικό προσδιορισμό του κόστους κατά κέντρο κέρδους λαμβάνεται υπόψη ότι η διαίρεση της οικονομικής μονάδας σε κέντρα κέρδους παρουσιάζει τα εξής πλεονεκτήματα:
α. Απομεγιστοποιεί τη μεγάλη μονάδα, χωρίζοντάς την σε μικρότερες ενότητες (π.χ. κλάδους, εργοστάσια ή κέντρα δραστηριότητάς της), έτσι ώστε να διευκολύνεται η διοίκηση και η παρακολούθηση της δραστηριότητας της οικονομικής μονάδας.
β. Οδηγεί στην κατανομή του έργου της διοικήσεως των μεγάλων μονάδων σε περισσότερα πρόσωπα, τα οποία μεταβάλλει σε ανώτερα στελέχη με επιχειρηματική νοοτροπία και αντίληψη.
γ. Εξασφαλίζει ανεξαρτησία και αυτοτέλεια της δραστηριότητας των υπευθύνων των κέντρων κέρδους και διευκολύνει τη λήψη των επιχειρηματικών αποφάσεων, δεδομένου ότι κριτήριο ορθότητας των αποφάσεων που λαμβάνονται είναι η εξυπηρέτηση του τελικού στόχου, δηλαδή του προγραμματισμένου αποτελέσματος κατά την προϋπολογιστική περίοδο από το συγκεκριμένο κέντρο κέρδους.
6. Το κόστος των κέντρων κέρδους, κατά κανόνα, παρακολουθείται στο ίδιο κύκλωμα αναλυτικής λογιστικής εκμεταλλεύσεως, στο οποίο παρακολουθούνται και οι λοιπές κατηγορίες κόστους. Στην περίπτωση αυτή, στο λογαριασμό 92 της ομάδας 9 ανοίγεται ιδιαίτερος περιληπτικός υπολογαριασμός κατά κέντρο κέρδους, με ανάπτυξη ανάλογη τουλάχιστο με τα κέντρα κόστους που περιλαμβάνονται στο συγκεκριμένο κέντρο κέρδους. Στον υπολογαριασμό αυτό συγκεντρώνεται το κόστος που αφορά το κέντρο κέρδους.
Στο λογαριασμό 93 της ομάδας 9 ανοίγεται αντίστοιχος περιληπτικός υπολογαριασμός του κέντρου κέρδους, ο οποίος αναπτύσσεται σε τόσους υπολογαριασμούς όσα είναι τα προϊόντα (ή υπηρεσίες) που αφορούν το κέντρο αυτό.
Στον περιληπτικό υπολογαριασμό του 93, μετά την οριστικοποίησή του, καταλογίζεται το κόστος του αντίστοιχου περιληπτικού υπολογαριασμού του 92.
Στον ίδιο περιληπτικό υπολογαριασμό χρεώνεται το κόστος των πρώτων και βοηθητικών υλών καθώς και των ενδιάμεσων προϊόντων (π.χ. ημιτελών) που αναλώνονται στην παραγωγή των συγκεκριμένων προϊόντων του κέντρου κέρδους, με πίστωση των λογαριασμών της διαρκούς απογραφής (94).
Στο λογαριασμό 94 της ομάδας 9 ανοίγεται αντίστοιχος περιληπτικός υπολογαριασμός του κέντρου κέρδους, ο οποίος αναπτύσσεται σε τόσους υπολογαριασμούς όσοι είναι και οι τελικοί φορείς (προϊόντα ή υπηρεσίες) του κέντρου αυτού.
Στο λογαριασμό 96 της ομάδας 9 ανοίγεται αντίστοιχος περιληπτικός υπολογαριασμός του κέντρου κέρδους, ο οποίος αναλύεται στους δευτεροβάθμιους υπολογαριασμούς που προβλέπονται από το Σχέδιο Λογαριασμών (αναλυτικοί λογαριασμοί του 96), εφόσον το κέντρο αυτό παρουσιάζει αντίστοιχο αντικείμενο.
Στους υπολογαριασμούς του 96 γίνεται ο προσδιορισμός του μικτού κατά κέντρο κέρδους αποτελέσματος, το οποίο προκύπτει από τη σύγκριση των εσόδων με το κόστος παραγωγής ή αγοράς των πωλημένων και με τα άμεσα έξοδα πωλήσεων του συγκεκριμένου αυτού κέντρου.
Στο λογαριασμό 98 της ομάδας 9 ανοίγεται αντίστοιχος περιληπτικός υπολογαριασμός του κέντρου κέρδους, ο οποίος αναλύεται σύμφωνα με τις ανάγκες που καλείται να εξυπηρετήσει, όπως π.χ. κατά προϊόν ή υπηρεσία. Στον υπολογαριασμό αυτό μεταφέρονται από τον αντίστοιχο υπολογαριασμό του 96 τα μικτά αναλυτικά αποτελέσματα και από τους οικείους υπολογαριασμούς του 92 τα έξοδα των λειτουργιών διοικήσεως, διαθέσεως (εκτός από τα άμεσα), χρηματοοικονομικής και ερευνών - αναπτύξεως, που βαρύνουν τα αποτελέσματα κατά κέντρο κέρδους, τα οποία μεταφέρονται τελικά στο λογαριασμό 98.99 «αποτελέσματα χρήσεως». Ο τελευταίος αυτός λογαριασμός, σε περίπτωση προσδιορισμού των αναλυτικών αποτελεσμάτων κατά κέντρο κέρδους, αλλάζει μορφή και προσαρμόζεται ανάλογα.
7. Σε περιπτώσεις που οι οικονομικές μονάδες παρουσιάζουν μεγάλο μέγεθος και τα επιμέρους κέντρα κέρδους στα οποία υποδιαιρούνται είναι σύνθετα, είναι δυνατό να οργανωθεί και να λειτουργήσει ξεχωριστή (αυτόνομη) αναλυτική λογιστική εκμεταλλεύσεως για κάθε ένα από τα κέντρα κέρδους ή για ορισμένα από αυτά.

Πηγή gus.gr

Μάθημα Κοστολόγησης 1.

Εσωλογιστική και εξωλογιστική κοστολόγηση
1. Κοστολόγηση είναι η διαδικασία που ακολουθείται για τον προσδιορισμό του κόστους ενός αγαθού, μιας υπηρεσίας, μιας δραστηριότητας ή μιας λειτουργίας. Η κοστολόγηση, σαν διαδικασία προσδιορισμού του κόστους, αναφέρεται στα αγαθά και στις υπηρεσίες που αγοράζονται, παράγονται και πωλούνται, στις επιχειρηματικές ή μη δραστηριότητες που αναπτύσσονται και, γενικά, στη λειτουργία οποιασδήποτε οργανωτικής υποδιαιρέσεως της οικονομικής μονάδας.
2. Η κοστολόγηση παρουσιάζεται με δύο βασικά ξεχωριστές μεταξύ τους μορφές, τις ακόλουθες:
α. Την ολοκληρωμένη μορφή ή εσωλογιστική κοστολόγηση, κατά την οποία το κόστος των τελικών φορέων προσδιορίζεται από στοιχεία που βρίσκονται καταχωρημένα στους οικείους λογαριασμούς των κέντρων κόστους ή των λειτουργιών που συμβάλλουν στην ολοκλήρωση της παραγωγής των προϊόντων ή των υπηρεσιών. Με την πλήρη αυτή μορφή της η κοστολόγηση οδηγεί στο σχηματισμό του κόστους, όχι μόνο της παραγωγικής λειτουργίας και των υποδιαιρέσεών της, αλλά και των λοιπών βασικών λειτουργιών της μονάδας, ώστε να προκύπτει από τους λογαριασμούς της κοστολογικής οργανώσεως (λογαριασμούς του Σχεδίου Λογαριασμών) τουλάχιστο το μικτό αποτέλεσμα κατά προϊόν (ή υπηρεσία) ή κατά ομάδα προϊόντων.
Η εσωλογιστική κοστολόγηση προϋποθέτει και στηρίζεται στη λογιστικοποίηση (με λογιστικές εγγραφές) των κοστολογικών στοιχείων για το σχηματισμό αρχικά του λειτουργικού κόστους και στη συνέχεια του κόστους των ενδιάμεσων και τελικών φορέων. Δεδομένου ότι στην εσωλογιστική κοστολόγηση το άμεσο κόστος καταλογίζεται απευθείας στους ενδιάμεσους και τελικούς φορείς, οι κοστολογικές επεξεργασίες αφορούν βασικά το έμμεσο κόστος. Οι επεξεργασίες αυτές γίνονται εξωλογιστικά με βάση τα στοιχεία των οικείων λογαριασμών, ως αποτέλεσμα δε αυτών προκύπτουν οι καταστάσεις με τους σχετικούς υπολογαριασμούς κατανομής, οι οποίες αποτελούν στοιχείο αναφοράς του τρόπου προσδιορισμού και συνθέσεως του κόστους των φορέων και δικαιολογητικό των σχετικών ημερολογιακών εγγραφών που, κατά περίπτωση, γίνονται για τη λογιστικοποίηση του έμμεσου κόστους.
β. Την ατελή μορφή ή εξωλογιστική κοστολόγηση, κατά την οποία το λειτουργικό κόστος δε σχηματίζεται με λογιστικές εγγραφές. Στη μορφή αυτή κοστολογήσεως το λειτουργικό κόστος δεν καταλογίζεται στους τελικούς φορείς με βάση τα κατά περίπτωση ορθά επιστημονικά κριτήρια. Έτσι, η αποτίμηση των τελικών αποθεμάτων (απογραφής) στηρίζεται σε εμπειρικά δεδομένα.
Η κοστολογική διαδικασία χαρακτηρίζεται σαν εξωλογιστική στις εξής περιπτώσεις:
- Όταν τα στοιχεία του κόστους παρακολουθούνται μεν εσωλογιστικά, αλλά για το σχηματισμό του λειτουργικού κόστους δε γίνεται οποιαδήποτε κοστολογική επεξεργασία, ούτε το κόστος αυτό συνδέεται με τους τελικούς φορείς. Στην περίπτωση αυτή το κόστος των αποθεμάτων έτοιμων και ημιτελών προϊόντων τέλους χρήσεως προσδιορίζεται εμπειρικά με σκοπό την αποτίμηση της απογραφής. Τέτοια παραδείγματα αποτελούν οι οικονομικές εκείνες μονάδες οι οποίες κατά κανόνα δεν εφαρμόζουν σύστημα διαρκούς απογραφής αποθεμάτων και δεν εκδίδουν στοιχεία παρακολουθήσεως των ποσοτικών διακινήσεων των αποθεμάτων μέσα στη μονάδα.
- Όταν τα κατ' είδος στοιχεία του κόστους, ο σχηματισμός του λειτουργικού κόστους και το κόστος των φορέων παρακολουθούνται εσωλογιστικά, αλλά οι σχετικοί ποσοτικοί και κατ' αξία μερισμοί και καταλογισμοί γίνονται αυθαίρεται και δε στηρίζονται σε παραστατικά έγγραφα και προϋπολογιστικά δεδομένα, όπως είναι π.χ. τα δελτία βιομηχανοποιήσεως και παραγωγής, τα δελτία απασχολήσεως προσωπικού, οι τεχνικές προδιαγραφές και τα ποσοτικά πρότυπα.
- Όταν τα στοιχεία που διαμορφώνουν το κόστος δεν παρακολουθούνται στο σύνολό τους λογιστικά, όπως π.χ. στις περιπτώσεις που δεν τηρούνται πλήρη λογιστικά βιβλία.

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2008

Δωρεάν Σεμινάριο "Εργατικά - Ασφαλιστικά"

Το Περιφερειακό Τμήμα Κεντρικής Μακεδονίας του Οικονομικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας ανακοινώνει τη διεξαγωγή επιμορφωτικών σεμιναρίων με θέμα «Εργασιακά -Ασφαλιστικά Ζητήματα, ΙΚΑ-ΟΑΕΔ-Επιθεώρηση Εργασίας.».

Το σεμινάριο θα διεξαχθεί στις 8/11/2008 ημέρα Σάββατο και με ώρα έναρξης 9 π.μ. στην αίθουσα εκδηλώσεων του Επαγγλεματικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης (Αριστοτέλους 27).


Δηλώσεις Συμμετοχής έως Πέμπτη 6/11/2008
α) στα γραφεία του ΟΕΕ-ΠΤΚΜ, Αριστοτέλους 26, Θεσσαλονίκη,
β) με φαξ στο 2310-275728.
γ)με e-mail στο
: info@oeeptkm.gr. Πληροφορίες στο 2310-275727.

Οικονομικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2008

Μπαλώματα για το ΕΤΑΚ - ΠΟΛ 1142

Αφού διαπιστώσανε από το υπουργείο ότι για μία ακόμη φορά κάνανε προχειροδουλειά, τα μαζέψανε με την ΠΟΛ1142 σχετικά με τις συνιδιοκτησίες για την απαλλαγή από την πρώτη κατοικία.

Βέβαια η αίσθηση της προχειρότητας παραμένει στην συνείδηση του κόσμου, και πολλοί υποπτεύονται και εσκεμένη "προχειρότητα" και όποιον πάρουν τα σκάγια. "Αν δεν υπάρχει αντίδραση όλα καλά, και αν υπάρχει τραβάμε μια ΠΟΛ και πάλι όλα καλά".

Το κακό είναι ότι η προχειρότητα σε πολλούς νόμους είναι εμφανής, και δεν μπορώ να καταλάβω αν οφείλεται σε άγνοια ή εξυπηρετεί άλλους σκοπούς.

Για ενημέρωση, παραθέτω και την ΠΟΛ, με την οποία "λύνεται" το πρόβλημα με την άδικη επιβολή του ΕΤΑΚ στους συνιδιοκτήτες για την πρώτη κατοικία. Πάλι όμως κάποιοι θα ταλαιπωρηθούν, αφού θα πρέπει να προσκομίσουν στην αντίστοιχη Δ.Ο.Υ., υπεύθυνη δήλωση για να μην πληρωθεί το ΕΤΑΚ. Δηλαδή πάλι χάσιμο χρόνου, ταλαιπωρία, ουρές και όλα τα συνήθη της ελληνικής δημόσιας διοίκησης.

ΠΟΛ.1142/31.10.2008 Απαλλαγή κατοικίας από το Ενιαίο Τέλος Ακινήτων για το έτος 2008
Αθήνα, 31 Oκτωβρίου 2008
Αρ. Πρωτ.:1108729/979/0013


ΓΕΝ. ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ & ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ
ΓΕΝ. ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
Δ/ΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ
ΤΜΗΜΑ Φ.Μ.Α.Π.
Ταχ. Δ/νση:Καρ. Σερβίας 8 10184 Αθήνα

Τηλέφωνο:2103375360
Email kefalaio-b1@ky.ypoik.gr

ΘΕΜΑ: «Απαλλαγή κατοικίας από το Ενιαίο Τέλος Ακινήτων για το έτος 2008»

Σχετικά με το ανωτέρω θέμα διευκρινίζεται ότι:
Ο νόμος 3634/2008, ως προς την απαλλαγή της κύριας κατοικίας από το Ενιαίο Τέλος Ακινήτων (Ε.Τ.ΑΚ.), προβλέπει ότι το 2009 και τα επόμενα έτη θα απαλλάσσεται η κύρια κατοικία μέχρι 200 τ.μ., της οποίας η αξία δεν υπερβαίνει το ποσό των 300.000 ΕΥΡΩ. Η κύρια κατοικία θα δηλωθεί από τους φορολογούμενους στη φορολογική δήλωση του 2009.

Ειδικά για το 2008, πρώτο έτος εφαρμογής του Ε.Τ.ΑΚ., προβλέπεται η αφαίρεση ποσού έως 300.000 ΕΥΡΩ από τη μεγαλύτερης αξίας κατοικία. Λόγω της μορφής και του περιεχομένου του εντύπου Ε9, δεν είναι σε όλες τις περιπτώσεις εφικτή για τεχνικούς λόγους η διάκριση των συνιδιοκτησιών στη μεγαλύτερης αξίας κατοικία.
Για το λόγο αυτό, στις περιπτώσεις συνιδιοκτητών που λαμβάνουν εκκαθαριστικά στα οποία δεν ελήφθησαν υπόψη τα ποσοστά συνιδιοκτησίας και το είδος του εμπράγματου δικαιώματος (πλήρης ή ψιλή κυριότητα ή επικαρπία) μεταξύ συζύγων και προστατευόμενων κατά τον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος τέκνων τους στη μεγαλύτερης αξίας κατοικία, οι φορολογούμενοι με υπεύθυνη δήλωση στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., στην οποία θα δηλώνεται η κατοικία για την οποία ζητείται η απαλλαγή και οι λοιποί συνιδιοκτήτες, δεν θα καταβάλουν τον φόρο που αναλογεί σ' αυτή.

Για περισότερες πληροφορίες σχετικά με τον νόμο που καθορίζει τον υπολογισμό του ΕΤΑΚ http://www.taxheaven.gr/imagenom/etak.pdf

Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2008

Περαίωση On-line

Δυνατότητα και ηλεκτρονικής υποβολής των απογραφικών δελτίων για την περαίωση των εκκρεμών φορολογικών τους υποθέσεων έχουν οι επιχειρήσεις και οι ελεύθεροι επαγγελματίες που εμπίπτουν στη ρύθμιση.

Η Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών για τη διευκόλυνση των υπόχρεων έχει θέσει σε λειτουργία την υπηρεσία ηλεκτρονικής συμπλήρωσης και υποβολής των απογραφικών δελτίων και έκδοσης των εκκαθαριστικών σημειωμάτων για την περαίωση των εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων των χρήσεων 2000-2006 στη διεύθυνση

http://www.gsis.gr/taxisnet/per2008/index.jsp
ή
http://www.gsis.gr/on_line_ypiresies/epixiriseis/e-epixiriseis.html


Ο ενδιαφερόμενος επιτηδευματίας μπορεί:

1. Να συμπληρώσει ηλεκτρονικά, σε ειδική φόρμα, το απογραφικό δελτίο με όλα τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για τον υπολογισμό του αποτελέσματος της περαίωσης.
2. Να αποστείλει ηλεκτρονικά στην αρμόδια ΔΟΥ το απογραφικό δελτίο που συμπλήρωσε και ταυτόχρονα να λάβει έτοιμο εκτυπωμένο το οριστικό ειδικό εκκαθαριστικό σημείωμα της περαίωσης.

Προυπόθεση για την ολοκλήρωση της διαδικασίας, θα πρέπει την επομένη της υποβολής του απογραφικού να προσέλθει στην εφορία που ανήκει για να υπογράψει την πράξη αποδοχής της περαίωσης, να ρυθμίσει τον αριθμό των δόσεων εξόφλησης του φόρου και να καταβάλλει το 20% της συνολικής οφειλής.

Το υπόλοιπο ποσό μπορεί να πληρωθεί σε δόσεις, οι οποίες είναι:
α) Έξι (6) ίσες μηνιαίες δόσεις, όταν το ποσό της αρχικής συνολικής οφειλής αυτών είναι μέχρι είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) ευρώ, χωρίς όμως το ποσό της κάθε δόσης να υπολείπεται των πεντακοσίων (500) ευρώ.
β) Οκτώ (8) ίσες μηνιαίες δόσεις, όταν το ποσό της αρχικής συνολικής οφειλής αυτών είναι πάνω από είκοσι πέντε (25.000) χιλιάδες και μέχρι εξήντα χιλιάδες (60.000) ευρώ.
γ) Δώδεκα (12) ίσες μηνιαίες δόσεις, όταν το ποσό της αρχικής συνολικής οφειλής αυτών είναι πάνω από εξήντα χιλιάδες (60.000) ευρώ.


Δυνατότητα χρήσης της νέας αυτής ηλεκτρονικής υπηρεσίας έχουν όλοι οι επιχειρηματίες και οι ελεύθεροι επαγγελματίες που επιθυμούν να υπαχθούν στη νέα ρύθμιση για την περαίωση, εφόσον δεν έχουν διαπράξει διαπιστωμένες παραβάσεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων ή δεν έχουν άλλες ελεγκτικές εκκρεμότητες (αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη, προσφυγές κ.λπ.). Φορολογούμενοι που βαρύνονται με παραβάσεις ή έχουν ανέλεγκτες χρήσεις πριν το 2000, δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν την υπηρεσία αυτή και θα πρέπει να απευθυνθούν στις αρμόδιες ΔΟΥ.

Περισότερες πληροφορίες για την περαίωση στην ΠΟΛ1130/2-10-2008
Εδώ

Τρόπος αμοιβής 28ης Οκτωβρίου 2008

Η εορτή της 28ης Οκτωβρίου για το 2008

'Αρθρο από τις εκδόσεις ΠΙΜ

Όπως είναι γνωστό, η 28η Οκτωβρίου ανήκει στις μη υποχρεωτικές ημέρες αργίας. Κατά την ημέρα αυτή η λειτουργία των επιχειρήσεων και η απασχόληση των εργαζομένων ανήκουν αποκλειστικά στην διακριτική ευχέρεια του εργοδότη, και οι εργαζόμενοι είναι υποχρεωμένοι να εργασθούν εάν αυτό αποφασισθεί από τον εργοδότη, αν βεβαίως αυτός μπορεί νόμιμα να λειτουργήσει την επιχείρησή του , σύμφωνα με το Β Δ 748/1966, εκτός αν από διατάξεις τοπικού χαρακτήρα (Διατάγματα, Υπ. Αποφάσεις, Κανονισμοί κ.λπ.) προβλέπεται ότι η ημέρα αυτή είναι τοπική εορτή.

Α. Όσοι εργαζόμενοι δεν εργασθούν κατά την ημέρα αυτή

Σε περίπτωση που δεν εργασθούν οι μισθωτοί με δική τους πρωτοβουλία μπορεί να τους περικοπεί από τις αποδοχές τους το μέρος των μηνιαίων αποδοχών τους που αντιστοιχεί σε 8 ωρομίσθια, εάν εργάζονται 5θήμερο, ή 6,40 ωρομίσθια εάν εργάζονται 6ήμερο. Αν όμως δεν εργασθούν με πρωτοβουλία του εργοδότη δικαιούνται κανονικά την αμοιβή τους για την ημέρα αυτή.


Β. Όσοι εργαζόμενοι εργασθούν κατά την ημέρα αυτή

α) Όσοι αμείβονται με ημερομίσθιο δικαιούνται το ημερομίσθιό τους προσαυξημένο κατά 75% ( Οι εργοδότες έχουν την δυνατότητα την προσαύξηση του 75% να την υπολογίσουν επί του νομίμου ημερομισθίου που δικαιούνται οι εργαζόμενοι με βάση την ΣΣΕ στην οποία ανήκουν και όχι επί του πράγματι καταβαλλομένου μεγαλύτερου ημερομισθίου).

β) Όσοι αμείβονται με μηνιαίο μισθό δικαιούνται πέραν του μηνιαίου μισθού τους προσαύξηση 75% επί του 1/25ου του νομίμου μισθού τους.

Σε περίπτωση παροχής εργασίας πέραν των 8 ή των 6, 40 (5θήμερο -6ήμερο) ως υπερεργασία ή υπερωρία, η αποζημίωση που δικαιούνται οι εργαζόμενοι προφανώς θα υπολογισθεί επί του αυξημένου κατά 75% ωρομισθίου τους.

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2008

Θέλω να γίνω σύμβουλος του Αλογοσκούφη

Κύριε Αλογοσκούφη,

Απαιτώ να με προσλάβεται ως σύμβουλος σας. Ο λόγος είναι απλός. Έχετε τόσους συμβούλους και κανένας δεν σας ενημέρωσε ότι για κάθε επάγγελμα, δηλωμένο στην εφορία, υπάρχει και ο αντίστοιχος κωδικός δραστηριότητας (Κ.Α.Δ.). Εκτός εάν το γνωρίζετε και κάνετε την πάπια.

Για παράδειγμα στον κωδικό 85, υπάγονται οι δραστηριότητες των γιατρών. Ενδεικτικά:
85.12. Ιατρικό επάγγελμα (με υποκατηγορίες)
85.13 Οδοντίατροι
85.20 Κτηνίατροι

Βάλτε τους συνεργάτες να δουλέψουν ( αν θέλετε το κάνω και εγώ επ'αμοιβή) και ορίστε για κάθε κατηγορία, και ανάλογα τα χρόνια εργασίας, ένα κατώτερο αποδεκτό ποσό π.χ. 20.000 ευρώ. Εσείς σαν ποιο έξυπνοι μπορείτε να βάλετε και άλλα κριτήρια π.χ. έδρα το σπίτι ή άλλος χώρος.

Είναι προτιμότερο να φορολογίσετε με αντικειμενικά κριτήρια κάθε συγκεκριμένο κλάδο ξεχωριστά, παρά να μπαίνουν όλοι στο ίδιο τσουβάλι και τελικά να την πληρώνουν αυτοί που δεν πρέπει.

Όλα αυτά βέβαια με το σκεπτικό ότι έχετε αποτύχει να καταπολεμήσετε την φοροδιαφυγή στην ρίζα της, και τα αντικειμενικά κριτήρια είναι μονόδρομος (που πιθανόν οδηγεί σε αδιέξοδο).

Πονηρή συμβουλή. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δώσετε στον κωδικό 93.05 Άλλες δραστηριότητες, όπου περιλαμβάνονται:
93.05.10.01 Αστρολογικές υπηρεσίες
93.05.10.06 Υπηρεσίες Ιερόδουλου
Εκεί να δεις φοροδιαφυγή!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2008

Κύριε Αλογοσκούφη, τι πίνεις και δεν μας δίνεις????

Σε ραδιοφωνική συνέντευξη στον "City 99,5, ο κύριος Αλογοσκούφης δήλωσε ότι όσοι δουλεύουν με "μπλοκάκι" για να υπαχθούν στο αφορολόγητο ποσό των 10.500 ευρώ, θα πρέπει να προσκομίσουν βεβαίωση από τον εργοδότη ότι ασκούν μισθωτή εργασία. !!!!!!!!!!!!!!!

Είναι δυνατό να παραδέχεσθε ότι γνωρίζετε πως στην Ελλάδα ασκείται μισθωτή εργασία με "μπλοκάκι", δηλαδή χωρίς κανένα από τα δικαιώματα του μισθωτού? Είναι δυνατόν να περιμένετε από τον εργοδότη, να παραδεχθεί ότι καταστρατηγεί κάθε εργασιακό δικαίωμα? Είναι δυνατό να δώσει μία βεβαίωση, που μόλις την εμφανίσει ο μισθωτός στο ΙΚΑ θα τον ξεσκίσουν?

Κύριε Αλογοσκούφη, ποιος εργοδότης θα δώσει τέτοια βεβαίωση? Οι υπηρεσίες του δημοσίου που απασχολούν τέτοιο προσωπικό θα δώσουν αντίστοιχες βεβαιώσεις? Θα δώσει βεβαίωση το ΙΚΑ σε όσους απασχολεί με σύμβαση έργου, ενώ καλύπτουν πάγιες ανάγκες του Οργανισμού?

Για να καταλήξω, είστε εκτός πραγματικότητας.

Η λύση είναι πιο απλή, και πιστεύω ότι δεν θέλει και ιδιαίτερο μυαλό, αλλά χρειάζεται θέληση και πολιτική βούληση, που μάλλον λείπουν από το λεξιλόγιό σας.

Αφού θέλετε να πιάσετε συγκεκριμένους επιτηδευματίες, θα έπρεπε να πείτε : ποιοι επιτηδευματίες θεωρώ ότι φοροδιαφεύγουν π.χ. οι ταβέρνες. Ο.Κ. Ποιο Κ.Α.Δ. έχουν τα εστιατόρια, οι ταβέρνες , τα καφέ κ.τ.λ. ;Έστω ο ΚΑΔ είναι 55.30.11. Τι ποιο απλό. Νομοθετήστε για κάθε ΚΑΔ το ελάχιστο αποδεκτό ποσό εισοδήματος και φορολογήστε το.
ΚΑΔ 85.13.11 αντιστοιχεί σε γυναικολογικές και μαιευτικές υπηρεσίες. Ορίστε κατώτερο φορολογητεό εισόδημα π.χ. τα 40.000 ευρώ, ή κλιμακωτά ανάλογα με τα χρόνια υπηρεσίας.

Αντί αυτού, που βέβαια χρειάζεται δουλειά από τις υπηρεσίες σας, βάζετε όλο τον κόσμο στο ίδιο καλάθι και μαζί με τα ξερά καίτε και τα χλωρά.

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2008

Barcode (EAN13)-Βρείτε την επιχείρηση που κατασκευάζει ένα προιόν

Κάθε προιόν που αγοράζουμε έχει την σήμανση του barcode, το οποίο στην Ελλάδα αποτελείται από 13 ψηφία(ΕΑΝ-13).

Από το barcode μπορείτε να προσδιορίσετε την χώρα προέλευσης και πολλές φορές ακόμα και την επιχείρηση που τα κατασκεύασε ή τα εισάγει στην Ελλάδα.

Ακολουθήστε το link της εταιρείας GS1-Ελλάς, που είναι υπεύθυνη για την διαχείρηση των κωδικών στην Ελλάδα.

http://gepir.gs1gr.org/index.php?pgnbr=1&lang=el

Τρίτη 12 Αυγούστου 2008

ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΑΡΜΕΓΜΑ

Διπλό κτηματολόγιο για τους δανειολήπτες
Της Έφης Καραγεώργου (Capital.gr)

Εκατοντάδες χιλιάδες δανειολήπτες που έχουν αποκτήσει ακίνητα μέσω τραπεζικού δανεισμού –και τα οποία εξακολουθούν να είναι υποθηκευμένα στις τράπεζες- θα πληρώσουν δύο φορές το ίδιο τέλος.



Οι τράπεζες θα μετακυλίσουν το κτηματόσημο στους ιδιοκτήτες? Προβλέπεται αυτό από κάποια διάταξη? Δεν θα πρέπει το κράτος να απαγορέψει τις χρεώσεις αυτές? Δηλαδή πάλι ο κοσμάκης θα την πληρώσει?
Ήδη το "κτηματόσημο" είναι άδικο σε πολλές κατηγορίες ιδιοκτητών. Επιτέπεται μητέρα (χήρα) με δύο ανήλικα παιδιά, να πρέπει να πληρώσει για την πρώτη της κατοικία (κληρονομιά από τον σύζυγο) το λιγότερο 105 ευρώ, και αν υπολογίσουμε και κάποια αποθήκη ή στάθμευση, το ποσό αυτό να ξεπερνάει τα 200ευρώ????. Θα έρθει δηλαδή και η τράπεζα να της ζητήσει επιπλεόν 200 ευρώ. Τι νόμοι της ζούγκλας είναι αυτοί!!!!!!

Ας προσέξουν οι κύριοι, που πίσω από τα γραφεία τους, βγάζουν νόμους και κανόνες για να αρμέγουν τον κοσμάκη. Κύριοι, προσοχή. Κάποτε θα ξυπνήσουν όλοι αυτοί και θα ψάχνεται να κρυφτείτε.

Συγνώμη για το ύφος μου, αλλά πραγματικά είμαι θυμωμένος με όλους αυτούς που σκέφτονται τον εαυτούλη τους, τις καρέκλες τους και τα κέρδη τους.

Δευτέρα 11 Αυγούστου 2008

Ημέρες άδειας μισθωτών (3)

Με το άρθρο 1 του Ν.3302/2004 αντικαθίσταται η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του Α.Ν.539/1945, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την παρ.1 του άρ.2 του Ν.1346/1983 και αντικαταστάθηκε με την παρ.1 του άρ.13 του Ν.3227/2004 και επαναφέρεται το «ημερολογιακό έτος» ως βάση χορήγησης της ετήσιας άδειας με αποδοχές των εργαζομένων.
Παράλληλα, διευκρινίζεται πλήρως και συμπληρώνεται η διαδικασία λήψης της άδειας κατά τα δύο πρώτα ημερολογιακά έτη της εργασιακής σχέσης του μισθωτού.

Ειδικότερα, με τη νέα παράγραφο 1α του Α.Ν.539/1945, προβλέπεται ότι όλοι οι εργαζόμενοι οι οποίοι συνδέονται με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δικαιούνται να λάβουν ετήσια άδεια με αποδοχές από την έναρξη της απασχόλησής τους σε συγκεκριμένη υπόχρεη επιχείρηση. Η άδεια αυτή χορηγείται από τον εργοδότη αναλογικώς (ποσοστό) με βάση το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε ο εργαζόμενος στον εργοδότη αυτό. Η αναλογία της χορηγούμενης αδείας υπολογίζεται βάσει ετήσιας άδειας 20 εργάσιμων ημερών επί πενθημέρου εβδομαδιαίας εργασίας και 24 εργάσιμων ημερών, επί εξαημέρου, η οποία αντιστοιχεί σε 12 μήνες συνεχή απασχόληση.

Ως ημέρες άδειας υπολογίζονται μόνο οι εργάσιμες ημέρες. Δεν συμπεριλαμβάνονται δηλαδή στις ημέρες άδειας οι Κυριακές και οι αργίες, καθώς και οποιαδήποτε άλλη μη εργάσιμη ημέρα του μισθωτού (π.χ. Σάββατο), οι οποίες εμπίπτουν στο χρονικό διάστημα στο οποίο ο μισθωτός κάνει χρήση της άδειας του.

Κατάτμηση Αδείας
Κατά κανόνα η άδεια αναπαύσεως των μισθωτών χορηγείται ολόκληρη, άπαξ του έτους.
Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η κατάτμηση της αδείας με βάση τις προϋποθέσεις που ορίζονται από το Άρθρο 7 του Ν. 549/77 που κύρωσε το Άρθρο 7 της ΕΓΣΣΕ 26.1.1977 , όπως στην περίπτωση ιδιαιτέρως σοβαρής ή επείγουσας ανάγκης της επιχειρήσεως ή ύστερα από αίτηση του μισθωτού λόγω δικαιολογημένης αιτίας και πάντοτε μετά από έγκριση της αρμοδίας Τοπικής Κοινωνικής Επιθεώρησης Εργασίας.
Στην περίπτωση αυτή, το πρώτο μέρος της αδείας πρέπει να περιλαμβάνει έξι (6) τουλάχιστον ημέρες. Για τους ανήλικους μισθωτούς το άρθρο 7 του Ν. 1837/89 ορίζει ότι, η κανονική άδεια χορηγείται κατά την περίοδο των θερινών σχολικών διακοπών σε συνεχείς ημέρες. Το μισό της κανονικής άδειας μπορεί να χορηγείται τμηματικώς και σε άλλες χρονικές περιόδους, αν το ζητήσει ο ανήλικος. Για τους εργαζόμενους σπουδαστές των ΤΕΙ, με το Π.Δ. 483/84 προβλέπεται η χορήγηση υποχρεωτικά της άδειας που τυχόν δικαιούται να ζητήσει ο μισθωτός, κατά το χρονικό διάστημα της εξεταστικής περιόδου ή για την προετοιμασία και συμμετοχή στις φροντιστηριακές ή εργαστηριακές ασκήσεις.

Αποδοχές.

Ο εργαζόμενος δικαιούται στη διάρκεια της άδειάς του τις αποδοχές που θα έπαιρνε αν εργαζόταν κανονικά με πλήρη απασχόληση. Στις αποδοχές αυτές συμπεριλαμβάνονται όλα τα καταβαλλόμενα επιδόματα και οι προσαυξήσεις. Ο εργοδότης υποχρεούται να προκαταβάλλει, τις αποδοχές και το επίδομα αδείας στον εργαζόμενο στην αρχή της άδειας.

Προσαύξηση της ετήσιας κανονικής άδειας λόγω προϋπηρεσίας

Το άρθρο 6 της ΕΓΣΣΕ 2000-2001 αναφέρει: «Από 1/1/2000 εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει υπηρεσία 10 ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία 12 ετών σε οποιοδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, δικαιούνται άδεια 30 εργάσιμων ημερών, αν εφαρμόζεται σύστημα εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ή 25 εργασίμων ημερών, αν εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας).

Απαγόρευση της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας κατά τη διάρκεια της αδείας
Κατά τη διάρκεια της αδείας απαγορεύεται η απόλυση του μισθωτού απ’ τον εργοδότη (άρθρο 5 παρ. 6 ΑΝ 539/45).
Εν τούτοις, δεν απαγορεύεται η κατά τη διάρκεια της αδείας προειδοποίηση περί της προσεχούς απολύσεώς τους, αρκεί η ημέρα της απολύσεως να εμπίπτει σε χρόνο μετά τη λήξη της αδείας. (Εφ. Λαρίσης 667/96).
Η απαγόρευση της απολύσεως δεν ισχύει κατά τη διάρκεια αναρρωτικής άδειας (ΑΠ 542/97).
-----------------------------------------

Ημέρες άδειας μισθωτών (2)

Αρ.Πρ:οίκ.3392/01/03/05 - Eγκύκλιoς επί του άρθρου 1 του Ν. 3302/2004 (σχετικά με την Ετήσια αδεια εργασίας)

Α. ΕΤΗΣΙΑ ΑΔΕΙΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Με το άρθρο 1 του Ν.3302/2004 αντικαθίσταται η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του Α.Ν.539/1945, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την παρ.1 του άρ.2 του Ν.1346/1983 και αντικαταστάθηκε με την παρ.1 του άρ.13 του Ν.3227/2004 και επαναφέρεται το «ημερολογιακό έτος» ως βάση χορήγησης της ετήσιας άδειας με αποδοχές των εργαζομένων.
Παράλληλα, διευκρινίζεται πλήρως και συμπληρώνεται η διαδικασία λήψης της άδειας κατά τα δύο πρώτα ημερολογιακά έτη της εργασιακής σχέσης του μισθωτού.

Ειδικότερα, με τη νέα παράγραφο 1α του Α.Ν.539/1945, προβλέπεται ότι όλοι οι εργαζόμενοι οι οποίοι συνδέονται με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δικαιούνται να λάβουν ετήσια άδεια με αποδοχές από την έναρξη της απασχόλησής τους σε συγκεκριμένη υπόχρεη επιχείρηση. Η άδεια αυτή χορηγείται από τον εργοδότη αναλογικώς (ποσοστό) με βάση το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε ο εργαζόμενος στον εργοδότη αυτό. Η αναλογία της χορηγούμενης αδείας υπολογίζεται βάσει ετήσιας άδειας 20 εργάσιμων ημερών επί πενθημέρου εβδομαδιαίας εργασίας και 24 εργάσιμων ημερών, επί εξαημέρου, η οποία αντιστοιχεί σε 12 μήνες συνεχή απασχόληση.

Η εν λόγω διάταξη της παρ.1α, όπως και η αντίστοιχη ρύθμιση του άρθρου 6 του Ν.3144/2003, καταργεί το βασικό χρόνο εργασίας-αναμονής (12 μήνες σύμφωνα με τον Α.Ν.539/1945 ή 10 μήνες κατά την ΕΣΣΕ του έτους 2002), τον οποίο έπρεπε να συμπληρώσει ο μισθωτός στον ίδιο εργοδότη για τη θεμελίωση δικαιώματος λήψης άδειας.
Οι ρυθμίσεις αυτές του Ν.3302/2004, εφαρμόζουν τη νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (υπόθεση C-173/1999 της 28ης-06-01), η οποία ερμήνευσε το άρθρο 7 της Οδηγίας 93/1Ο4/ΕΚ, σχετικά με τη χορήγηση ετήσιας άδειας με αποδοχές.
Σύμφωνα με την εν λόγω κοινοτική ρύθμιση, όπως ερμηνεύτηκε με τη σχετική απόφαση του Δικαστηρίου, κάθε εργαζόμενος δικαιούται κατ' ελάχιστον 4 εβδομάδες άδειας κατ' έτος, η οποία δύναται να χορηγηθεί pro rata temporis (κατ' αναλογία του χρόνου απασχόλησης, βλ. έκθεση Ευρ, Κοινοβουλίου).

I. Ρύθμιση άδειας κατά το 1ο ημερολογιακό έτος

Με τη νέα παρ.1 β του Α.Ν.539/1945, καθιερώνεται για το πρώτο ημερολογιακό έτος-εντός του οποίου προσελήφθη ο μισθωτός, υποχρέωση του εργοδότη να χορηγεί μέχρι την 31η Δεκεμβρίου αναλογία - ποσοστό των ημερών αδείας που δικαιούται ο μισθωτός, βάσει του χρονικού διαστήματος απασχόλησης στο έτος αυτό.
Η αναλογία της άδειας, η οποία υπολογίζεται επί των 20 -επί πενθημέρου-και των 24 -επί εξαημέρου-ημερών, θα πρέπει να χορηγείται από τον εργοδότη έως την 31η Δεκεμβρίου του ημερολογιακού έτους πρόσληψης ακόμη και αν δεν έχει ζητηθεί από τους εργαζόμενους (άρ.4 του Α.Ν.539/1945, όπως τροποποιήθηκε με την παρ.15 του άρ.3 του Ν.4504/1966).
Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρ.3 του Ν.Δ.3755/1957, καθώς και τη σχετική νομολογία, σε περίπτωση μη χορήγησης από τον εργοδότη λόγω υπαιτιότητάς του (άρνηση, πταίσμα, αμέλεια), της άδειας που δικαιούται ο εργαζόμενος εντός του ημερολογιακού έτους, υποχρεούται να καταβάλλει σ' αυτόν τις αντίστοιχες αποδοχές αδείας με προσαύξηση 100%.

ΙΙ. Ρύθμισn άδειας κατά το 2ο ημερολογιακό έτος

Κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος, ο μισθωτός δικαιούται να λάβει τμηματικά την άδειά του, η οποία αναλογεί στο χρόνο απασχόλησής του στο δεύτερο αυτό έτος, στον οικείο εργοδότη.
Η αναλογία της άδειας υπολογίζεται εκ νέου, όπως και κατά το πρώτο ημερολογιακό έτος, με βάση τις 20 ημέρες επί πενθημέρου' και τις 24 ημέρες επί εξαημέρου.
Κατά τη διάρκεια του έτους αυτού και κατά το χρονικό σημείο συμπληρώσεως 12 μηνών από την ημερομηνία πρόσληψης, η άδεια επαυξάνεται κατά μία εργάσιμη ημέρα. Ως εκ τούτου, η άδεια κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος, η οποία θα πρέπει να χορηγηθεί από τον εργοδότη αναλογικώς ή ολόκληρη στο τέλος, έως την 31η Δεκεμβρίου του έτους αυτού, φθάνει στο ύψος των 21 επί πενθημέρου και 25 επί εξαημέρου, εργάσιμων ημερών. Συνεπώς, η μη χορήγησή της συνεπάγεται την υποχρέωση της καταβολής των αντιστοίχων αποδοχών αδείας προσαυξημένων κατά 100%, εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που αναφέρθησαν για το πρώτο ημερολογιακό έτος (υπαιτιότητα του εργοδότη λόγω πταίσματος, αμέλειας, άρνησης κ.λπ.).

IIΙ Ρύθμιση άδειας κατά το τρίτο και επόμενα ημερολογιακά έτη

Κατά το τρίτο ημερολογιακό έτος, καθώς και τα επόμενα, ο μισθωτός δικαιούται να λάβει ολόκληρη την ετήσια άδειά του και σε κάθε χρονικό σημείο του έτους, αυτού. Η άδεια αυτή, θα φθάσει τις 22 ημέρες επί πενθημέρου και τις 26 επί εξαημέρου, εάν έχουν συμπληρωθεί 2 έτη απασχόλησης εντός του τρίτου αυτού ημερολογιακού έτους.
Ο εργοδότης και σ' αυτή την περίπτωση υποχρεούται να χορηγεί την άδεια μέχρι 31 Δεκεμβρίου εκάστου ημερολογιακού έτους, με τις συνέπειες που προαναφέρθησαν στην περίπτωση μη χορήγησής της και εφ' όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που μνημονεύθησαν για τα δύο πρώτα ημερολογιακά έτη (υπαιτιότητα του εργοδότη λόγω πταίσματος, αμέλειας, άρνησης κ.λπ.).
Η διάταξη του άρ.1 του Ν.3302/2004, όπως και αυτή του άρ.6 του Ν.3144/2003, αναφέρει ρητώς ότι η ετήσια άδεια με αποδοχές, καθώς και το επίδομα αδείας, διέπονται και από τις λοιπές οικείες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Ως εκ τούτου, εξασφαλίζεται η συνέχεια της ισχύος των κειμένων διατάξεων που αφορούν το μηχανισμό και τον τρόπο χορήγησης της άδειας και του επιδόματος αδείας.

Β. ΕΠΙΔΟΜΑ ΑΔΕΙΑΣ

Όσον αφορά στο επίδομα αδείας, τονίζονται τα εξής:
Όπως είναι γνωστό, κάθε εργαζόμενος μαζί με την άδεια δικαιούται αποδοχές αδείας καθώς και επίδομα αδείας (άρ.3, παρ.16 Ν.4504/1966). Το δικαίωμα λήψης επιδόματος αδείας, αποτελεί επακόλουθο του δικαιώματος λήψης κανονικής αδείας και υπολογίζεται όπως και οι αποδοχές αδείας-είναι δηλαδή ίσες προς το σύνολο των αποδοχών αδείας με τον περιορισμό ότι δε δύναται να υπερβεί για όσους μεν αμείβονται με μισθό, το μισό μισθό, για όσους δε αμείβονται με ημερομίσθιο ή ωρομίσθιο ή ποσοστά, τα 13 ημερομίσθια. Ως εκ τούτου, -οι μισθωτοί οι οποίοι λαμβάνουν τμήμα ή ολόκληρη την άδεια, δικαιούνται και ανάλογες αποδοχές επιδόματος αδείας τόσο για το πρώτο και δεύτερο ημερολογιακό έτος, όσο και για τα επόμενα έτη.

Γ. ΛΥΣΗ ΤΗΣ ΣΧΕΣΕΩΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Σε περίπτωση λύσης της σχέσης εργασίας μισθωτού με οποιονδήποτε τρόπο πριν λάβει την κανονική άδεια που του οφείλεται, ο μισθωτός δικαιούται τις αποδοχές τις οποίες θα έπαιρνε αν του είχε χορηγηθεί άδεια (άρ.1, παρ.3 του Ν.1346/1983).
Ως εκ τούτου και εφ' όσον κατά το χρονικό σημείο της λύσεως της σχέσης εργασίας δεν έχει εξαντληθεί το δικαίωμα της άδειας, στα πλαίσια της διάταξης του άρ.1 του Ν.3302/2004, προκύπτουν οι εξής περιπτώσεις:
α. Κατά το πρώτο ημερολογιακό έτος (εντός του οποίου προσελήφθη) ο μισθωτός δικαιούται να λάβει αποδοχές αδείας ίσες με 2 ημερομίσθια ανά μήνα απασχόλησης. Επίσης, δικαιούται 2 ημερομίσθια ανά μήνα, ως επίδομα αδείας, (με τον περιορισμό του μισού μισθού ή των 13 ημερομισθίων).
β. Κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος, ο μισθωτός δικαιούται επίσης 2 ημερομίσθια ανά μήνα απασχόλησης και άλλα 2 ημερομίσθια ανά μήνα ως επίδομα αδείας (με τον περιορισμό του μισού μισθού ή των 13 ημερομισθίων).
γ. Κατά το τρίτο ημερολογιακό έτος και για τα επόμενα οφείλονται αποδοχές πλήρους αδείας και επιδόματος αδείας, που αντιπροσωπεύουν -αυτές που θα εδικαιούτο ο μισθωτός εάν ελάμβανε την άδειά του κατά το χρονικό διάστημα της λύσης της σχέσης εργασίας.

Περαιτέρω και προκειμένου να υπάρξει καλύτερη κατανόηση της νομοθετικής ρύθμισης του άρ.1 του Ν.3302/2004, παραθέτονται τα παρακάτω παραδείγματα:

1ο παράδειγμα
Εργαζόμενος ο οποίος προσελήφθη 05-03-2005, δικαιούται μέχρι την 31-122005, 20/12 επί 10 μήνες ως άδεια, καθώς και ανάλογο επίδομα αδείας (στο παράδειγμά μας πλήρες).
Εάν στο ίδιο παράδειγμα η σχέση εργασίας λυθεί το 10ο μήνα και ο μισθωτός έχει λάβει μέρος αδείας μέχρι τον 6ο μήνα, δικαιούται να λάβει την αναλογία από τον 7ο έως το 10ο ως εκ τούτου 4 μήνες επί 2 =8 ημερομίσθια ως άδεια και τα υπολειπόμενα ημερομίσθια ως επίδομα αδείας μέχρι τη συμπλήρωση μισού μηνιαίου μισθού.

2ο παράδειγμα
Εργαζόμενος ο οποίος προσελήφθη 05-08-05, πρέπει να λάβει έως 31-12-05: 20/12 επί 5 μήνες ως άδεια και το ανάλογο επίδομα αδείας.
Κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος 2006, θα λάβει μέχρι 31-12-06 τμηματικά ή στο σύνολο την 31-12-06, 21 ημέρες επί πενθημέρου και 25 ημέρες επί εξαημέρου, καθώς και το αναλογούν επίδομα αδείας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η 21η ημέρα (επί πενθημέρου) ή η 25η ημέρα (επί εξαημέρου) προστίθεται μετά την 05-08-2006, χρονικό σημείο συμπλήρωσης έτους απασχόλησης.
Συνεπώς, από 01-01-2006 έως 05-08-2006 η αναλογία αδείας υπολογίζεται σε 20/12 επί 8 μήνες, το δε χρονικό διάστημα από 06-08-2006 έως 31-12-2006 υπολογίζεται σε 21/12 επί 4 μήνες.
Από 01-01-2007 και σε κάθε επόμενο ημερολογιακό έτος ο εργαζόμενος δικαιούται να λαμβάνει μέχρι 31 Δεκεμβρίου ολόκληρη την ετήσια άδεια με αποδοχές και το επίδομα αδείας.

ΧΡΟΝΟΣ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Ο χρόνος χορηγήσεως των αδειών σύμφωνα με το άρθρο 4 του α.ν.539/45, καθορίζεται κατόπιν συμφωνίας μεταξύ μισθωτών και εργοδότη. Οι μισοί τουλάχιστον από τους μισθωτούς πρέπει να λάβουν την άδειά τους μέσα στο χρονικό απο 1η Μαίου μέχρι 30 Σεπτέμβρίου.Ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να χορηγήσειτην άδεια εντός δύο μηνών από το χρονικό σημείο που διατυπώθηκε το σχετικό αίτημα.

Πότε καταβάλλονται οι αποδοχές της αδείας και το επίδομα αδείας
Κατά το άρθρο 3 παράγ. 8 του Α.Ν. 539/45, τόσο οι αποδοχές αδείας όσο και το επίδομα της αδείας προκαταβάλλονται στον μισθωτό κατά την έναρξη της αδείας του. Οι αποδοχές της αδείας και του επιδόματος της αδείας δεν συμψηφίζονται με ανώτερες καταβαλλόμενες αποδοχές από τις νόμιμες.

Ημέρες άδειας μισθωτών (1)

Πίνακας αδειών υπαλλήλων και εργατών
με συνολική υπηρεσία ή προϋπηρεσία μέχρι 10 έτη μη συμπληρωμένα
στον ίδιο εργοδότη ή μέχρι 12 έτη μη συμπληρωμένα
σε οποιονδήποτε εργοδότη


Ημέρες άδειας

ΑΠΟΔΟΧΕΣ ΑΔΕΙΑΣ

ΕΠΙΔΟΜΑ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερολογιακό έτος
απασχόλησης
στην ίδια επιχείρηση

Μισθωτοί
απασχολούμενοι επί
5νθήμερο εβδομαδιαία

Μισθωτοί
απασχολούμενοι επί
6ήμερο εβδομαδιαία



1ο ημερολογιακό έτος (από την πρόσληψη εώς 31/12)

1,6667 ημέρες για κάθε μήνα
απασχόλησης ή 2 μέρες
x 5/6 (ή 20/12
x μήνες απασχόλησης) (στρογγυλοποίηση του γινομένου)

2 ημέρες για κάθε μήνα
απασχόλησης (ή 24/12
x μήνες απασχόλησης) (στρογγυλοποίηση του γινομένου)

Όσες οι αποδοχές των δικαιούμενων ημερών αδείας για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο και με αναγωγή στα 24/25 του μισθού για τους αμειβόμενους με μισθό

Αναλογικά βάσει του χρόνου απασχόλησης και των αποδοχών αδείας και μέχρι συμπλήρωσης 13 ημερομισθίων ή ½

2ο ημερολογιακό έτος [ από 01/01 εώς την συμπλήρωση δωδεκαμήνου από την πρόσληψη]

20/12 x μήνες απασχόλησης (στρογγυλοποίηση του γινομένου)

24/12 x μήνες απασχόλησης (στρογγυλοποίηση του γινομένου)

Όσες οι αποδοχές των δικαιούμενων ημερών αδείας για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο και με αναγωγή στα 24/25 του μισθού για τους αμειβόμενους με μισθό

Αναλογικά βάσει του χρόνου απασχόλησης και των αποδοχών αδείας και μέχρι συμπλήρωσης 13 ημερομισθίων ή ½

2ο ημερολογιακό έτος [ από 01/01 εώς 31/12 - μετά τη συμπλήρωση δωδεκαμήνου από την πρόσληψη ]

21 ημέρες για όλο το έτος ή (21/12 χ μήνες απασχόλησης - (στρογγυλοποίηση του γινομένου)

25 ημέρες ή (25/12 χ μήνες απασχόλησης) (στρογγυλοποίηση του γινομένου)

Όσες οι αποδοχές των δικαιούμενων ημερών αδείας για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο και με αναγωγή στα 24/25 του μισθού για τους αμειβόμενους με μισθό

Αναλογικά βάσει του χρόνου απασχόλησης και των αποδοχών αδείας και μέχρι συμπλήρωσης 13 ημερομισθίων ή ½ μηνιαίου μισθού

3ο έτος έως και 9ο έτος

22 ημέρες

26 ημέρες

26 ημερομίσθια ή 1 μηνιαίο μισθό εφόσον η άδεια διαρκεί ένα ολόκληρο μήνα ή 26/25 μηνιαίου μισθού σε κάθε άλλη περίπτωση

13 ημερομίσθια ή ½ μηνιαίο μισθό


Για όσους έχουν συμπληρώσει δεκαετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη ή δωδεκαετή υπηρεσία σε οποιονδήποτε εργοδότη

25 ημέρες

30 ημέρες

30 ημερομίσθια ή 30/25 μηνιαίου μισθού

13 ημερομίσθια ή ½ μηνιαίο μισθό

Διαλείπουσα εργασία



Όσες οι αποδοχές των δικαιούμενων ημερών αδείας που υπολογίζονται στη βάση τεκμαρτού ημερομισθίου που αντιστοιχεί στο μέσο όρο των ημερησίων αποδοχών από την πρόσληψη ή τη λήξη της προηγούμενης άδειας μέχρι της έναρξη της χορηγούμενης άδειας

13 ημερομίσθια υπολογιζόμενα επί του τεκμαρτού ημερομισθίου βάσει του οποίου υπολογίζονται οι αποδοχές αδείας


Πέμπτη 7 Αυγούστου 2008

ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΕΡΓΟΔΟΤΗ ΓΙΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΜΗΤΡΟΤΗΤΑΣ

ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΕΡΓΟΔΟΤΗ

Ο πιο κάτω εργοδότης : ………………………………………………………..

Είδος επιχείρησης: ………………………………………………………………..

Διεύθυνση ………………………………………………………………………… ,

Α.Μ. (Αγορά Ενσήμων ΙΚΑ) ........................... ΤΗΛ …………………………

Στοιχεία Ταυτότητας ..................(ΑΦΜ …………………)................................

Βεβαιώνω και δηλώνω υπεύθυνα, με την παρούσα μου και έχοντας γνώση των συνεπειών του

Νόμου, για ψευδή δήλωση, ότι η ασφαλισμένη .........................................................................................

με Α.Μ. ΙΚΑ ...................................... κατά την έναρξη της ειδικής άδειας προστασίας μητρότητας,,

βρίσκεται σε ενεργό εργασιακή σχέση με την επιχείρησή μας.

Η ανωτέρω ασφαλισμένη προσλήφθηκε την ........../ ........... / .......... με σύμβαση

εξαρτημένης εργασίας αορίστου/ορισμένου χρόνου με πλήρη/μερική απασχόλησης.(1).

(Η ημερομηνία λήξης της σύμβασης ορισμένου χρόνου είναι η .................................... )

Κατά την έναρξη δε αυτής οι μηνιαίες αποδοχές ή το ημερομίσθιο της είναι

................................................................ ευρώ (................ €).

Η ασφαλισμένη έλαβε κανονική άδεια ή της ισόχρονης προς το μειωμένο ωράριο άδειας

(μετά τη λήξη της κυοφορίας - λοχείας) από.....................έως................

Η βεβαίωση αυτή δίνεται στην ανωτέρω μισθωτό για να την χρησιμοποιήσει στον ΟΑΕΔ,

προκειμένου να της χορηγηθεί η ειδική άδεια προστασίας μητρότητας.

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ

................./........../...........

Ο ΕΡΓΟΔΟΤΗΣ

ΥΠΟΓΡΑΦΗ

ΣΦΡΑΓΙΔΑ

(1) Διαγράφεται η ένδειξη που δεν χρειάζεται

Αλιστράτη Σερρών

Αλιστράτη Σερρών